222 Α' 2012

ΝΟΜΟΣ 4093/2012

Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016 − Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016.

Άρθρο 14 - Μεταβατικές διατάξεις
ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 18
12 Νοεμβρίου 2012

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 222
12 Νοεμβρίου 2012

NOMOΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4093
Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016 − Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή

ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 18

Τα άρθρα 4, 15, 18, 19, 22, 23, 24, 25, 27, 28, 29, 30 και 31 του ν. 718/1977 καταργούνται. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ E.6. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΟΡΚΩΤΟΥ ΕΚΤΙΜΗΤΗ 1. Ως Ορκωτός Εκτιμητής μπορεί να οριστεί οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει την ιθαγένεια ή την έδρα του αντίστοιχα σε κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο αριθμός των ορκωτών εκτιμητών και των βοηθών ορκωτών εκτιμητών που δραστηριοποιούνται στην Ελληνική Επικράτεια είναι απεριόριστος. Η παράγραφος 1 του άρθρου 7 του π.δ. 279/1979 (Α΄ 81) και η περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του π.δ. 140/1990 (Α΄ 55), το οποίο αντικατέστησε τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 6 του π. δ. 279/1979 (Α΄ 81), καταργούνται. 2. Ο καθορισμός της αμοιβής για την παροχή εκτιμητικών υπηρεσιών γίνεται ελεύθερα με κοινή συμφωνία των μερών. Η παράγραφος 1 του άρθρου 11 του π.δ. 279/1979 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 140/1990 και η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του π.δ. 279/1979, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 140/1990, το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 4 του αρ. 15 του ν. 820/1978 (Α΄ 174), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 979/1979 (Α΄ 234), καθώς και οποιαδήποτε άλλη νομοθετική διάταξη, απόφαση ή πράξη περιέχει ρυθμίσεις αντίθετες προς τα ανωτέρω, καταργούνται. Επίσης, καταργείται η παράγραφος 6 του άρθρου 39 του ν.1041/1980 (Α΄ 75) που προβλέπει την απαλλαγή του Δημοσίου από την καταβολή δαπάνης εκτιμήσεως. 3. Η παράγραφος 3 του άρθρου 39 του ν.1041/1980 (Α΄ 75), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, καθώς και το άρθρο 4 του π.δ. 140/1990 (Α΄ 55) καταργούνται, κατά το μέρος που στις διατάξεις αυτές προβλέπεται εκτίμηση αποκλειστικά από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών. Επίσης, καταργείται οποιαδήποτε άλλη διάταξη, απόφαση ή πράξη κατά το μέρος που προβλέπει την παροχή συγκεκριμένης εκτιμητικής υπηρεσίας υποχρεωτικά από μέλος του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών ή από ομάδα ή επιτροπή στην οποία συμμετέχει υποχρεωτικά μέλος του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.7. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΕΛΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ, ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΟΦΕΙΛΩΝ ΑΠΟ ΤΕΛΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ 1. Η είσπραξη των τελών κυκλοφορίας αυτοκινήτων οχημάτων γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 2362/1995 (Α΄ 247) «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις». Τα τέλη κυκλοφορίας εισπράττονται κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Νοεμβρίου έως την 31η Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους εκείνου στο οποίο αφορούν. Εξαιρετικά για το πρώτο έτος εφαρμογής η καταβολή των τελών κυκλοφορίας θα αρχίσει την 15η Νοεμβρίου 2012. Οι κάτοχοι των αυτοκινήτων οχημάτων είναι υπόχρεοι στην καταβολή των τελών κυκλοφορίας, που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση αυτών. Ειδικά για τα οχήματα που τίθενται για πρώτη φορά σε κυκλοφορία, τα τέλη κυκλοφορίας καταβάλλονται πριν από τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας. Σε περίπτωση αλλαγής των χαρακτηριστικών οποιουδήποτε οχήματος, βάσει της οποίας μεταβάλλεται το ύψος των τελών κυκλοφορίας, τα νέα τέλη οφείλονται από το επόμενο ημερολογιακό έτος. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής, μη καταβολής ή καταβολής μειωμένων τελών κυκλοφορίας, με υπαιτιότητα του φορολογουμένου, καταβάλλεται αυτοτελές πρόστιμο ίσο με τα τέλη κυκλοφορίας. Το πρόστιμο αυτό μειώνεται στο ήμισυ των τελών κυκλοφορίας, προκειμένου για οχήματα των περιπτώσεων Α.γ, Α.δ, Β.α, Β.β, Β.γ και Β.δ της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001 (Α΄ 242), όπως ισχύει. Σε κάθε περίπτωση, το πρόστιμο για μη καταβολή τελών κυκλοφορίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 30,00 ευρώ. Ο τρόπος, η διαδικασία, τα αρμόδια για την είσπραξη όργανα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια αναφορικά με την καταβολή των τελών κυκλοφορίας και των τυχόν κατά περίπτωση οφειλομένων προστίμων και την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με όμοια απόφαση είναι δυνατόν να παρατείνεται η προβλεπόμενη στην παρούσα περίπτωση προθεσμία καταβολής των τελών κυκλοφορίας. 2. Για τα ποσά των τελών κυκλοφορίας που δεν έχουν καταβληθεί έως την καταληκτική προθεσμία πληρωμής τους, καθώς και για τα τυχόν οφειλόμενα πρόστιμα, δημιουργούνται χρηματικοί κατάλογοι από την Γ.Γ.Π.Σ. για λογαριασμό των αρμοδίων Δ.Ο.Υ. ή από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., κατά περίπτωση. Αρμόδιος για τη βεβαίωση των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων είναι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. που, κατά το χρόνο βεβαίωσης αυτών, είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του κατόχου του οχήματος. Τα οφειλόμενα ποσά τελών κυκλοφορίας του τρέχοντος κάθε φορά έτους, καθώς και τα αντίστοιχα πρόστιμα βεβαιώνονται εφάπαξ. Για την είσπραξη ή τη βεβαίωση των κατά περίπτωση οφειλομένων προστίμων, δεν απαιτείται η έκδοση απόφασης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος βεβαίωσης και καταβολής των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης. 3. Τα όργανα της Αστυνομικής Αρχής προβαίνουν σε έλεγχο των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας, μέσω εφαρμογών διαλειτουργικότητας με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ. Στις περιπτώσεις οφειλής τελών κυκλοφορίας αφαιρούνται οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου οχήματος με πράξη της Αστυνομικής Αρχής, από την οποία επιστρέφονται μόνο εάν ο ενδιαφερόμενος προσκομίσει το αποδεικτικό καταβολής των τελών κυκλοφορίας, καθώς και του οφειλομένου, κατά περίπτωση, προστίμου ή αποδεικτικό στοιχείο περί μη οφειλής τελών κυκλοφορίας. Εφόσον τα αφαιρεθέντα στοιχεία κυκλοφορίας δεν έχουν παραληφθεί από τους ενδιαφερομένους, μετά την παρέλευση εξαμήνου, αποστέλλονται από την αστυνομική αρχή στις αρμόδιες Υπηρεσίες της οικείας Περιφέρειας με σχετική ενημέρωση των ενδιαφερομένων. Οι Υπηρεσίες αυτές δεν επιστρέφουν τα στοιχεία κυκλοφορίας, εάν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίσει τα προσδιοριζόμενα στο πρώτο εδάφιο αποδεικτικά στοιχεία. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη μπορεί να καθορίζονται το ποσοστό επί του εισπραττομένου, κατά περίπτωση, προστίμου, λόγω μη καταβολής τελών κυκλοφορίας, το οποίο αποδίδεται στα Ασφαλιστικά Ταμεία των αστυνομικών, ο τρόπος απόδοσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τον τρόπο αφαίρεσης και επιστροφής των στοιχείων κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων. Επίσης, ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., δύναται με έγγραφό του να ζητά να αφαιρούνται με πράξη των Αστυνομικών Αρχών, οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας αυτοκινήτου οχήματος, σε περίπτωση κυκλοφορίας αυτοκινήτου οχήματος για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί τα οφειλόμενα τέλη κυκλοφορίας. 4. Το ποσό των τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων που καταβάλλεται όπως ορίζεται με τις ισχύουσες περί τελών κυκλοφορίας διατάξεις αποτελεί στο σύνολό του έσοδο του Δημοσίου. 5. Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 (A΄ 181), όπως ισχύει με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 (A΄ 75) αντικαθίσταται ως εξής: «Η ακινησία δεν αίρεται εάν ο κάτοχος του οχήματος δεν καταβάλλει τα τέλη κυκλοφορίας του έτους κατά το οποίο γίνεται η άρση.» 6. α. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου αφορούν στα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επομένων. β. Καταργούνται για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επομένων: (i) οι διατάξεις της παρ. 1 εδάφιο πέμπτο του άρθρου 36 του ν. 2093/1992, όπως ισχύει με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 (Α΄ 75), (ii) οι διατάξεις της παρ.  3 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 (Α΄ 181) όπως αντικαταστάθηκαν από την παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 και στη συνέχεια από την παρ. 1 του άρθρου 115 του ν. 2362/1995, οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 όπως ισχύουν με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 και τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 2753/1999 ( Α΄ 249), (iii) οι διατάξεις της παρ. 6 εδάφιο τρίτο του άρθρου 36 του ν. 2093/1992, όπως ισχύει, (iv) οι διατάξεις της παρ. 6 εδάφιο πέμπτο του άρθρου 36 του ν. 2093/1992, όπως συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις της παρ 12 του άρθρου 7 του ν. 2275/1994 (Α΄ 238), (v) οι διατάξεις της παρ.  2 του άρθρου 28 του ν. 2873/2000 (Α΄285), όπως συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 31 του ν. 3697/2008 (Α΄ 194), (vi) οι διατάξεις της παρ.  5 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001 (Α΄ 242), (vii) οι διατάξεις του άρθρου 7, του άρθρου 9 παρ. 2 εδάφιο τρίτο και του άρθρου 12 παρ. 1, παρ. 2 περ α και παρ. 3 του ν. 2523/1997 (Α΄ 179), (viii) οι διατάξεις της παρ.  8 του άρθρου 12 του ν. 3052/2002 (Α΄ 221) και (ix) οι διατάξεις των παραγράφων 1, περίπτωση Ζ και 5 του άρθρου 35 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152), (x) Οι διατάξεις της παρ.  5 του άρθρου 35 του ν. 3986/2011. γ. Καταργείται για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επόμενων κάθε αναφορά διάταξης νόμου στο «ειδικό σήμα τελών κυκλοφορίας». Όπου αναγράφεται η φράση «προμήθεια ειδικού σήματος τελών κυκλοφορίας», αυτή αντικαθίσταται από τη φράση «καταβολή τελών κυκλοφορίας». 7. α. Δεν επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας αυτοκινήτου οχήματος, εάν δεν καταβληθούν προηγουμένως τα τέλη κυκλοφορίας του έτους εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η μεταβίβαση και τα τέλη κυκλοφορίας προηγουμένων ετών, τα οποία τυχόν οφείλονται για το χρόνο που το όχημα βρισκόταν στην κατοχή του μεταβιβάζοντος, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπομένων από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις προστίμων. β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ορίζεται ο τρόπος ελέγχου και η διαδικασία καταβολής των τυχόν οφειλόμενων τελών κυκλοφορίας και προστίμων τρέχοντος και παρελθόντων ετών, κατά τη μεταβίβαση αυτοκινήτων οχημάτων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προηγούμενων υποπεριπτώσεων. γ. Καταργείται η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 2523/1997, καθώς και η περίπτωση δ΄ της παρ. 2 της αριθ. 1012568/120β/Τ.&Ε.Φ./10.2.2004 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Μεταφορών και Επικοινωνιών (Β΄ 365), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 27 του ν. 3220/2004, κατά το μέρος που αφορά στην υποχρέωση των Δ.Ο.Υ. για βεβαίωση καταβολής τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων κατά τη μεταβίβαση αυτών. δ. Η ισχύς των διατάξεων της περίπτωσης 7 αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2013. 8. α. Στο τέλος της περίπτωσης Α εδάφιο (ε) της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001 (Α΄ 242), όπως ισχύει, προστίθενται οι λέξεις: «Ασθενοφόρα και νεκροφόρες: 300,00 ευρώ» β. Καταργείται η περίπτωση Β. εδάφιο (ε) της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001, όπως ισχύει. γ. Οι διατάξεις της παρούσας περίπτωσης 8 ισχύουν για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επόμενων ετών. 9. Το εισιτήριο για την είσοδο στο χώρο των «μηχανημάτων» ή των «τραπεζιών» των επιχειρήσεων καζίνο της χώρας, ορίζεται ενιαία, στο ποσό των έξι (6) ευρώ. Από τη συνολική αξία του εισιτηρίου παρακρατείται ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) από την επιχείρηση − καζίνο, ως δικαίωμα διάθεσης και κάλυψης δαπανών, στο οποίο εμπεριέχεται και ο αναλογών Φ.Π.Α., το υπόλοιπο δε ποσό αποτελεί το δικαίωμα του Δημοσίου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ανακαθορίζεται η τιμή εισιτηρίου, το ποσοστό που θα αποδίδεται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε διαδικαστικό θέμα ή λεπτομέρεια εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων. 10. Από την έναρξη ισχύος του νόμου καταργούνται: αα. Οι διατάξεις της παρ.  10 του άρθρου 2 του ν. 2206/1994 (Α΄ 62) και της περίπτωσης ζ΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3139/2003 (Α΄ 100). ββ. Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3139/2003 διαγράφονται οι λέξεις «και το εισιτήριο στο καζίνο». γγ. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή διοικητική κανονιστική πράξη που έχει εκδοθεί και ορίζει την τιμή του εισιτηρίου εισόδου σε οποιοδήποτε καζίνο, σε άλλο ποσό. γ. Η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα μικτά κέρδη παιγνίων, που καθορίζεται στην παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2206/1994, στις περ. ε΄ της παρ. 1 και β΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 3139/2003, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί και ισχύουν για κάθε μία από τις λειτουργούσες επιχειρήσεις καζίνο της χώρας, αυξάνεται κατά δύο (2) ποσοστιαίες μονάδες. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙOY ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΣΤ.1. ΜΕΙΩΣΗ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ, ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΑΙΡΕΤΩΝ Ο.Τ.Α. ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ ΚΑΙ ΔΙΟΡΙΣΜΩΝ ΣΤΟΥΣ Ο.Τ.Α. 1. Από 1.1.2013 οι θέσεις ειδικών συνεργατών, επιστημονικών συνεργατών, ειδικών συμβούλων στους ΟΤΑ Α΄ και Β΄ Βαθμού επανακαθορίζονται ως εξής: Α) Σε Δήμους με αριθμό αντιδημάρχων έως δύο (2) συνίσταται μια (1) θέση, έως τέσσερεις (4) συνιστώνται δύο (2) θέσεις, έως πέντε (5) συνιστώνται τρείς (3) θέσεις, έως έξι (6) συνιστώνται τέσσερεις (4) θέσεις, έως (8) συνιστώνται πέντε (5) θέσεις, έως εννέα (9) συνιστώνται έξι (6) θέσεις, έως δώδεκα (12) συνιστώνται επτά (7) θέσεις ενώ από (13) και άνω συνιστώνται οκτώ (8) θέσεις. Εξαιρούνται οι Δήμοι που με βάση την τελευταία απογραφή του 2011 έχουν νόμιμο πληθυσμό άνω των 150.000 κατοίκων οι οποίοι και διατηρούν τον ίδιο αριθμό θέσεων ειδικών συνεργατών, επιστημονικών συνεργατών και ειδικών συμβούλων που προβλέπεται στο άρθρο 163 του ν. 3584/2007 (Α΄ 143). Β) Στις περιφέρειες συνιστώνται δύο (2) θέσεις ειδικών συμβούλων ή επιστημονικών ή ειδικών συνεργατών για την κάλυψη των αναγκών του περιφερειάρχη και μία (1) για κάθε αντιπεριφερειάρχη που εκλέγεται άμεσα. Γ) Καταργούνται οι θέσεις δημοσιογράφων στις Περιφέρειες, καθώς και θέσεις μετακλητών ιδιαιτέρων γραμματέων Δημάρχων που έχουν συσταθεί με τους Οργανισμούς Εσωτερικής Υπηρεσίας των Δήμων. 2. Από 1.1.2013 κάθε διάταξη που προβλέπει διαφορετικό αριθμό θέσεων ειδικών συνεργατών, ειδικών συμβούλων, ειδικών επιστημόνων και δημοσιογράφων στους ΟΤΑ Α΄ και Β΄ Βαθμού καταργείται και τυχόν πλεονάζουσες συμβάσεις εργασίες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές και δεν περιλαμβάνονται στις θέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος λύονται αυτοδικαίως και αζημίως για το Ελληνικό Δημόσιο. Κατά τα λοιπά και αναφορικά με το καθεστώς, τη διαδικασία συνάψεως αλλά και λύσεως των συμβάσεων εργασίας, την αμοιβή, τα καθήκοντα και τα προσόντα των ειδικών συνεργατών, ειδικών συμβούλων, ειδικών επιστημόνων των ΟΤΑ Α΄ και Β΄ Βαθμού ισχύουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. 3. Οι προσλήψεις και οι διορισμοί του μόνιμου προσωπικού και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των κατηγοριών ΥΕ και ΔΕ, όλων των κλάδων και ειδικοτήτων, των ΟΤΑ A΄ και B΄ βαθμού και των Ν.Π.Ι.Δ. αυτών αναστέλλονται έως την 31. 12.2016. Για τις προσλήψεις και τους διορισμούς του μόνιμου προσωπικού και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των κατηγοριών ΠΕ και ΤΕ, όλων των κλάδων και ειδικοτήτων, των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού και των Ν.Π.Ι.Δ. αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 3833/2010, όπως ισχύει. Οι προσλήψεις και οι διορισμοί τακτικού προσωπικού σε νησιωτικούς δήμους δεν εμπίπτουν στον περιορισμό των προσλήψεων του άρθρου 11 του ν. 3833/2010. ΣΤ.2. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΚΑΙ ΚΤΙΡΙΩΝ ΤΩΝ ΟΤΑ ΚΑΙ ΤΩΝ Ν.Π.Δ.Δ. ΑΥΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΜΑΤΟΣ 1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32) εφαρμόζονται και για την παραχώρηση, έναντι ανταλλάγματος, του δικαιώματος χρήσης των περιπτέρων του ν. 1044/1971, καθώς και των κυλικείων, καφενείων και κουρείων εντός κτιρίων του δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των Ν.Π.Δ.Δ.. 2. Οι προθεσμίες των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 2 και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 εκκινούν από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3. Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου καθορίζονται οι θέσεις των περιπτέρων και αποτυπώνονται σε σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα αρμόζουσας κλίμακας, στα οποία απεικονίζεται και ο κοινόχρηστος περιβάλλων χώρος. Η ανωτέρω απόφαση εκδίδεται μετά από γνώμη της οικείας δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και εισήγηση της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής, όπου αυτή λειτουργεί. Για την έκδοση της ανωτέρω απόφασης απαιτείται γνώμη της οικείας αστυνομικής αρχής, η οποία εξετάζει την καταλληλότητα του χώρου από πλευράς ασφάλειας της κυκλοφορίας πεζών και των οχημάτων, μη επιτρεπόμενου του καθορισμού θέσεων περιπτέρων σε περίπτωση αρνητικής γνώμης. Η γνώμη παρέχεται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του ερωτήματος του δήμου και παρερχομένης άπρακτης αυτής, τεκμαίρεται η θετική γνώμη αυτής ως προς την καταλληλότητα του χώρου από πλευράς ασφάλειας. Για τον καθορισμό των θέσεων περιπτέρων λαμβάνονται υπόψη οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις που αφορούν στην προστασία του φυσικού, πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος, των δασικών περιοχών, των αρχαιολογικών και ιστορικών τόπων, της δημόσιας κυκλοφορίας, την αισθητική και λειτουργική φυσιογνωμία του αστικού περιβάλλοντος, καθώς και την εν γένει προστασία της κοινής χρήσης. Το 30% των ανωτέρω θέσεων, οι οποίες προσδιορίζονται κατόπιν δημόσιας κλήρωσης, παραχωρούνται σε άτομα με ειδικές ανάγκες (Α.Μ.Ε.Α.) και πολύτεκνους, με βάση εισοδηματικά κριτήρια και εφόσον πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 285 του ν. 3463/2006. Το ύψος του τέλους καθορίζεται από το δημοτικό συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.1080/1980. Για την παραχώρηση του δικαιώματος αυτού, υποβάλλονται αιτήσεις από τους δικαιούχους, κατόπιν σχετικής προκήρυξης, στην οποία ορίζονται ιδίως οι θέσεις, το ετήσιο μίσθωμα και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Οι θέσεις παραχωρούνται στους δικαιούχους με δημόσια κλήρωση, στην οποία μπορούν να παρίστανται εκπρόσωποι των ενώσεών τους. Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης των λοιπών θέσεων των περιπτέρων γίνεται με δημοπρασία, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί δημοπρασιών προς εκμίσθωση δημοτικών ακινήτων, αποκλειομένης της δυνατότητας απευθείας παραχώρησης αυτών. Η διακήρυξη, πέραν των οριζομένων στις ανωτέρω διατάξεις, υποχρεωτικά περιλαμβάνει και τους εξής όρους: α) Απαγορεύεται η αναμίσθωση, η υπεκμίσθωση και η εν γένει περαιτέρω παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης σε τρίτους. β) Για τη σύναψη της σύμβασης παραχώρησης απαιτείται η κατάθεση εγγύησης υπέρ του οικείου δήμου για την εξασφάλιση της καλής εκτέλεσης των όρων της σύμβασης που αφορούν στη χωροθέτηση της κατασκευής του περιπτέρου. Το ποσό της εγγύησης επιστρέφεται άτοκα, όταν διαπιστωθεί από το δήμο η τήρηση των ανωτέρω όρων και σε κάθε περίπτωση εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός μηνός από την ημερομηνία γνωστοποίησης σε αυτόν της ολοκλήρωσης της κατασκευής του περιπτέρου. Παρερχομένης άπρακτης της προθεσμίας αυτής, η εγγύηση επιστρέφεται από το δήμο. Ο καθορισμός του ύψους της ανωτέρω εγγύησης, ο τρόπος καταβολής αυτής και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζεται από το όργανο που έχει την αρμοδιότητα διεξαγωγής της δημοπρασίας και αναφέρεται διακριτά στη σχετική διακήρυξη. Το ύψος της εγγύησης ορίζεται σε ποσοστό 70% του κόστους κατεδάφισης της κατασκευής του περιπτέρου και επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση της κατασκευής του. Για τον καθορισμό της τιμής εκκίνησης του καταβλητέου μισθώματος, λαμβάνεται υπόψη κάθε στοιχείο προσδιοριστικό της αξίας της θέσης του περιπτέρου και ιδίως τα κυκλοφοριακά δεδομένα, η εμπορικότητα των οδών και η δυνατότητα περαιτέρω παραχώρησης του περιβάλλοντος κοινόχρηστου χώρου για την ανάπτυξη της οικονομικής του δραστηριότητας. γ) Σε κάθε περίπτωση παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης κοινόχρηστου χώρου, πέραν αυτού που καταλαμβάνει η κατασκευή του περιπτέρου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 3 του ν.1080/1980, όπως εκάστοτε ισχύουν. Με την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου καθορίζεται ο χρόνος παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης των θέσεων των περιπτέρων, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη. Σύζυγος και ενήλικα τέκνα που καθίστανται κληρονόμοι των ανωτέρω προσώπων κατά το διάστημα αυτό υπεισέρχονται αυτοδίκαια στο ανωτέρω δικαίωμα, εφόσον δηλώσουν την επιθυμία τους στην αρμόδια αρχή. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και από το δημόσιο, τους ΟΤΑ Β΄ βαθμού και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου στους χώρους αρμοδιότητάς τους. 4. Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης των κυλικείων, καφενείων και κουρείων εντός κτιρίων του δημοσίου, των ΟΤΑ και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς εξυπηρέτηση του προσωπικού αυτών και των συναλλασσομένων με αυτούς γίνεται με δημοπρασία, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί δημοπρασιών προς εκμίσθωση ακινήτων τους, αποκλειομένης της δυνατότητας απευθείας παραχώρησης αυτών. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλόγως τα αναφερόμενα στην περίπτωση 3, περιλαμβανομένης της σχετικής πρόβλεψης για τα άτομα με ειδικές ανάγκες και τους πολύτεκνους. 5. Υφιστάμενες διοικητικές άδειες διατηρούνται σε ισχύ και δεν μεταβιβάζονται, ούτε κληρονομούνται. Από 1.1.2014 οι δικαιούχοι αυτών υπόκεινται σε υποχρέωση καταβολής τέλους για τον κοινόχρηστο χώρο που καταλαμβάνει η κατασκευή του περιπτέρου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν.1080/1980. Για τη χρήση κοινόχρηστου χώρου, πέραν του προαναφερθέντος, εφαρμόζονται οι ίδιες ως άνω διατάξεις από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. 6. Καταργείται κάθε ειδική ή γενική διάταξη που αντίκειται στις ρυθμίσεις της υποπαραγράφου ΣΤ. 3. ΣΤ.3. ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ 1. Συνιστάται στο Υπουργείο Εσωτερικών Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των ΟΤΑ (εφεξής «Παρατηρητήριο») με σκοπό τη συνεχή παρακολούθηση σε μηνιαία βάση της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού των ΟΤΑ και των νομικών τους προσώπων που εντάσσονται στο Μητρώο των Φορέων Γενικής Κυβέρνησης. Στόχος του Παρατηρητηρίου είναι η επίτευξη ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, καθώς και απολογισμών και η ενίσχυση της οικονομικής αυτοτέλειας των Ο.Τ.Α. σύμφωνα με τις οδηγίες των Υπουργείων Εσωτερικών και Οικονομικών και με τα οριζόμενα στην ισχύουσα δημοσιονομική νομοθεσία. 2. Το Παρατηρητήριο συγκροτείται με Απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και αποτελείται από έναν Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως Πρόεδρο, ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών, το Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, τον αρμόδιο Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, έναν εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας ο οποίος ορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, προκειμένου για δήμους, ή έναν εκπρόσωπο της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας, προκειμένου για περιφέρειες, και τον Γενικό Διευθυντή Θησαυροφυλακίου του Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, η σύμφωνη γνώμη του οποίου απαιτείται για την έκδοση απόφασης από το Παρατηρητήριο. Στο Παρατηρητήριο δύνανται, με την ίδια Απόφαση, να ορίζονται μέχρι και δύο εμπειρογνώμονες εγνωσμένου κύρους χωρίς δικαίωμα ψήφου. 3. Το Παρατηρητήριο υποστηρίζεται διοικητικά από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, στην οποία δύναται να αποσπάται ή να μετατάσσεται εξειδικευμένο προσωπικό πανεπιστημιακής εκπαίδευσης από το δημόσιο, τους ΟΤΑ, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης. 4. Αρμοδιότητα του Παρατηρητηρίου είναι ο έλεγχος της ορθής εκτέλεσης του προϋπολογισμού και της εν γένει πορείας των οικονομικών των ΟΤΑ, καθώς και των νομικών τους προσώπων, όπως αυτές αποτυπώνονται στον προϋπολογισμό τους, καθώς και στο ετήσιο πρόγραμμα δράσης και στο πενταετές επιχειρησιακό πρόγραμμά του κάθε Δήμου και Περιφέρειας που προβλέπονται στα άρθρα 266 και 268 του ν. 3852/2010. 5. Η αρμόδια για την εποπτεία του ΟΤΑ αρχή αποστέλλει στο Παρατηρητήριο σε ηλεκτρονική μορφή τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό του και το ετήσιο πρόγραμμα δράσης του, τα οποία, μαζί με το πενταετές επιχειρησιακό του πρόγραμμα, αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών. Ο προϋπολογισμός πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεωτικά μηνιαίους και τριμηνιαίους στόχους, τόσο ως προς τα έσοδα όσο και ως προς τις δαπάνες. Το Παρατηρητήριο αξιολογεί τις προβλέψεις εσόδων που παρουσιάζουν οι Ο.Τ.Α. και κάνει προτάσεις περί μείωσης των προβλεπόμενων εσόδων, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Το Παρατηρητήριο με βάση μηναία στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού, που παρακολουθεί η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών, με τα εργαλεία των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών που έχει στη διάθεσή της, καθώς και με πρόσθετα στοιχεία που παρέχει ο ΟΤΑ, εφόσον του ζητηθεί, αξιολογεί και ελέγχει την πορεία της εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Σε περίπτωση που διαπιστώσει σοβαρή απόκλιση από τα έσοδα ή τις δαπάνες, επισημαίνει στον ΟΤΑ και στην αρμόδια για την εποπτεία του Αρχή στοιχεία από τα οποία προκύπτει η σοβαρή απόκλιση από τους στόχους, παρέχοντας ταυτόχρονα οδηγίες και εισηγούμενο μεθόδους προς αποφυγή δημιουργίας ελλείμματος. Ο ΟΤΑ υποχρεούται να λάβει υπόψη του τις επισημάνσεις του Παρατηρητηρίου και τα αποτελέσματα της εφαρμογής τους λαμβάνονται υπόψη κατά τον τριμηνιαίο έλεγχο του προϋπολογισμού του. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΟΤΑ δύναται να λάβει τα μέτρα που αναφέρονται στις περιπτώσεις της παραγράφου 6 του παρόντος, ενημερώνοντας το Παρατηρητήριο, και να ζητήσει τη συνδρομή του Υπουργείου Εσωτερικών και κάθε άλλης αρμόδιας αρχής για τη διασφάλιση της άμεσης εφαρμογής των μέτρων αυτών. Όλες οι δημόσιες αρχές και υπηρεσίες υποχρεούνται να παρέχουν άμεσα κάθε συνδρομή που τους ζητείται και να προβαίνουν στις αναγκαίες ενέργειες και διοικητικές πράξεις. 6. Εφόσον η εκτέλεση του προϋπολογισμού του ΟΤΑ εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντική απόκλιση σε σχέση με τους τιθέμενους στόχους και διαπιστώνεται η μη λήψη υπόψη των επισημάνσεων του Παρατηρητηρίου, μετά την πάροδο 6 μηνών, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Παρατηρητηρίου, υπάγεται υποχρεωτικά σε Πρόγραμμα Εξυγίανσης. Ο τρόπος υλοποίησης του Προγράμματος καθορίζεται από το Παρατηρητήριο, ενώ η ένταξη στο ανωτέρω Πρόγραμμα συνεπάγεται την υποχρέωση εφαρμογής, κατά περίπτωση μέρους ή του συνόλου, των κάτωθι παρεμβάσεων: α) υποχρέωση λήψης κάθε μέτρου και πράξης που προβλέπεται από τη νομοθεσία προς διασφάλιση της είσπραξης των απαιτήσεων του ΟΤΑ και την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, β) περιορισμό των προσλήψεων, γ) επιβολή υποχρεωτικών μετατάξεων προσωπικού, δ) πρόσβαση στο Λογαριασμό Εξυγίανσης και Αλληλεγγύης της Αυτοδιοίκησης του άρθρου 263, οι πόροι του οποίου διατίθενται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση του προγράμματος εξυγίανσης, ε) αύξηση των ιδίων εσόδων από φόρους, τέλη, δικαιώματα και εισφορές, στ) αύξηση του ανώτατου συντελεστή επιβολής του Τέλους Ακίνητης Περιουσίας για τα ακίνητα που βρίσκονται στην εδαφική περιφέρεια του δήμου σε ποσοστό μέχρι και 3‰ και επιβολή του τέλους υποχρεωτικά από το δήμο σύμφωνα με το ποσοστό αυτό μέχρι την οικονομική εξυγίανσή του. Ομοίως, αύξηση του συντελεστή επιβολής του τέλους επί των ακαθαρίστων εσόδων και παρεπιδημούντων από 0,5% μέχρι και 2%. 7. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους το Παρατηρητήριο και η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών έχουν πρόσβαση σε κάθε στοιχείο απαραίτητο για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους και για το σκοπό αυτό όλες οι δημόσιες αρχές και υπηρεσίες υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ακώλυτη πρόσβασή τους σε αρχεία και βάσεις δεδομένων. Για τον ίδιο σκοπό, οι δημόσιες αρχές και υπηρεσίες έχουν υποχρέωση να παρέχουν κάθε αναγκαία συνδρομή και παροχή στοιχείων στους ΟΤΑ. 8. Η προθεσμία της παρ. 5 του πρώτου άρθρου της από 30.4.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρυθμίσεις θεμάτων εφαρμογής των νόμων 3864/2010, 4021/2011, 4046/2012, 4051/2012 και 4071/2012, που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4079/2012, παρατείνεται αφότου έληξε έως την 31.12.2012. 9. Συμβάσεις κατασκευής δημοσίων έργων αποκλειστικής αρμοδιότητας των Περιφερειών σύμφωνα με το ν. 3852/2010, οι οποίες είχαν συναφθεί από 1.1.2011 έως την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου και των οποίων το έγγραφο συμφωνητικό της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 3669/2008 (Α΄116) έχει υπογραφεί από τους προϊσταμένους των διευθυνουσών υπηρεσιών, θεωρούνται νόμιμες. Ζ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙOY ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.1. ΜΕΤΑΤΑΞΗ – ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ 1. Επιτρέπεται: α) η μετάταξη μόνιμων πολιτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν σε υπηρεσίες, κεντρικές και περιφερειακές, του Δημοσίου, των ανεξάρτητων αρχών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, και β) η μεταφορά υπαλλήλων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο δημόσιο τομέα σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως στις περιπτώσεις που οι ανάγκες αυτές προκύπτουν λόγω μεταβολής των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών και των συναφών δραστηριοτήτων τους, όταν διαπιστώνεται μετά τη διενέργεια αξιολόγησης πλεονάζον προσωπικό ή για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μπορεί να μεταφέρεται για τον ίδιο λόγο σε Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα. Για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου, ως δημόσιος τομέας νοείται αυτός που έχει οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, όπως ίσχυε πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. Τα νομικά πρόσωπα του Κεφαλαίου Β΄ όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου. Η μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων της προηγούμενης περίπτωσης παραγράφου είναι υποχρεωτική και γίνεται χωρίς αίτησή τους σε υφιστάμενες κενές θέσεις ή σε θέσεις που συστήνονται με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς στον κλάδο ή στην ειδικότητα στους οποίους μετατάσσεται ή μεταφέρεται ο υπάλληλος. Οι μετατασσόμενοι ή μεταφερόμενοι πρέπει να κατέχουν τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας των θέσεων στις οποίες μετατάσσονται ή μεταφέρονται. Η μετάταξη ή μεταφορά μπορεί να διενεργείται και σε κενή ή συνιστώμενη θέση συναφούς ή παρεμφερούς κλάδου ή ειδικότητας, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, εφόσον ο υπάλληλος κατέχει τα τυπικά προσόντα του κλάδου ή της ειδικότητας στον οποίο μετατάσσεται ή μεταφέρεται. Εφόσον ο υπάλληλος συναινεί, η μετάταξη ή μεταφορά του μπορεί να γίνεται και σε κλάδο κατώτερης κατηγορίας. Σε περίπτωση μετάταξης ή μεταφοράς υπαλλήλων σε συνιστώμενες θέσεις και για όσο χρόνο υφίστανται αυτές δεν πληρούται ίσος αριθμός θέσεων μόνιμου ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού των οικείων φορέων υποδοχής. 2. Με την πράξη μετάταξης ή μεταφοράς μπορεί να καταργείται η θέση που κατέχει ο μετατασσόμενος ή μεταφερόμενος υπάλληλος, σύμφωνα με τις ανάγκες της υπηρεσίας. 3. Η μετάταξη ή μεταφορά κατά την περίπτωση 1 δεν καταλύει την υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου ή τη σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του υπαλλήλου ούτε μεταβάλλει τη νομική φύση των σχέσεων αυτών ή τις σχέσεις ασφάλισης, με τις οποίες υπηρετούσε ο υπάλληλος στο φορέα προέλευσής του. Η μετάταξη γίνεται με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που ο υπάλληλος κατείχε πριν τη μετάταξή του. Όποιος μετατάσσεται ή μεταφέρεται σε κατώτερη κατηγορία σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης 1 κατατάσσεται στο βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο της νέας κατηγορίας με βάση το συνολικό χρόνο υπηρεσίας του, χωρίς να διατηρεί τυχόν διαφορά αποδοχών. Όποιος μεταφέρεται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα κατατάσσεται σε βαθμό ανάλογα με το χρόνο υπηρεσίας του ο οποίος έχει διανυθεί στο φορέα προέλευσης με τα τυπικά προσόντα της κατηγορίας στην οποία μεταφέρεται, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως για τη βαθμολογική και μισθολογική κατάταξή του των άρθρων 28 και 29 του ν. 4024/2011. 4. Ο αρμόδιος Υπουργός ή τα όργανα διοίκησης των φορέων της περίπτωσης 1 που έχουν ανάγκη ενίσχυσης με προσωπικό μπορεί να υποβάλλουν, στο τέλος κάθε ημερολογιακού τριμήνου, σχετικό αίτημα στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 4024/2011. Μέχρι 31.12.2012 αίτημα του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να υποβάλλεται οποτεδήποτε. Το αίτημα πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένο ως προς τις ανάγκες του φορέα σε προσωπικό, τον αριθμό του απαιτούμενου προσωπικού κατά κλάδους και ειδικότητες και τους λόγους για τους οποίους ανέκυψαν οι σχετικές ανάγκες. Το ανωτέρω συμβούλιο εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών σχετικά με τις υφιστάμενες ανάγκες σε προσωπικό των αιτούντων φορέων, καθώς και με τους φορείς από τους οποίους, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία των υπηρεσιών, υπάρχει δυνατότητα μετακίνησης προσωπικού. Ακολούθως ο Υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, εκδίδει σχετική ανακοίνωση, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την οποία καθορίζονται τα τυπικά προσόντα των υπαλλήλων που απαιτούνται για τους κλάδους ή τις ειδικότητες στους οποίους πρόκειται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, η οποία αποστέλλεται στους φορείς προέλευσης και υποδοχής. Με την ανακοίνωση ορίζεται αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη δημοσίευσή της για την υποβολή δηλώσεων των υπαλλήλων των φορέων προέλευσης που ενδιαφέρονται να μεταταχθούν ή να μεταφερθούν. Η ανάρτηση της ανακοίνωσης στον πίνακα ανακοινώσεων κάθε φορέα, καθώς και η ενημέρωση όλων των υπηρεσιακών μονάδων όπου υπηρετούν υπάλληλοι του φορέα, γίνεται με την ευθύνη του προϊσταμένου της διεύθυνσης διοικητικού/προσωπικού και συντάσσεται σχετικό πρακτικό. Η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου αρχίζει από την ανάρτηση της ανακοίνωσης στον πίνακα ανακοινώσεων κάθε φορέα, για την οποία συντάσσεται σχετικό πρακτικό από υπάλληλο της αρμόδιας μονάδας προσωπικού. Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να απαντήσουν στο ερώτημα αν επιθυμούν να μεταταχθούν σε θέσεις κατώτερης κατηγορίας. Μέσα στην ανωτέρω προθεσμία η αρμόδια μονάδα προσωπικού κάθε φορέα προέλευσης καταρτίζει πίνακα στον οποίο περιλαμβάνονται οι υπάλληλοι που διαθέτουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα για μετάταξη ή μεταφορά, ανεξαρτήτως αν έχουν υποβάλει σχετική δήλωση, συμπεριλαμβανομένων και των υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης των θεσεών τους κατά την επόμενη υποπαράγραφο. Ο πίνακας κοινοποιείται εντός της ίδιας προθεσμίας στο υπηρεσιακό συμβούλιο του φορέα προέλευσης, εφόσον υπάρχει τέτοιο συμβούλιο. Το υπηρεσιακό συμβούλιο διατυπώνει απλή γνώμη εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την περιέλευση σε αυτό των ως άνω στοιχείων, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων σύμφωνα με τις οποίες για τη μετάταξη των δικαστικών υπαλλήλων απαιτείται σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η μη τήρηση της ανωτέρω προθεσμίας συνιστά σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο επιβάλλεται πειθαρχική ποινή τουλάχιστον υποβιβασμού. Το υπηρεσιακό συμβούλιο καθορίζει τη σειρά προτεραιότητας των υπαλλήλων που μπορεί να διατίθενται προς μετάταξη ή μεταφορά, λαμβάνοντας υπόψη τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα τους, την καταλληλότητά τους για τις θέσεις στις οποίες θα μεταταχθούν ή μεταφερθούν, την οικογενειακή τους κατάσταση και τα βιοτικά τους συμφέροντα, καθώς και την τυχόν εκδηλωθείσα προτίμησή τους. Οι πίνακες που κατήρτισαν οι οργανικές μονάδες προσωπικού των φορέων προέλευσης μαζί με τις δηλώσεις των υπαλλήλων που ενδιαφέρονται να μεταταχθούν ή μεταφερθούν, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις των υπηρεσιακών συμβουλίων των φορέων προέλευσης που έχουν τέτοια συμβούλια, διαβιβάζονται εντός δύο (2) ημερών από τις αρμόδιες υπηρεσίες προσωπικού των φορέων προέλευσης στο τριμελές συμβούλιο του άρθρου 5 του ν. 4024/2011, το οποίο γνωμοδοτεί, εντός προθεσμίας ενός μηνός για τον αριθμό των προς μετάταξη υπαλλήλων από κάθε φορέα προέλευσης και τη σειρά προτεραιότητάς τους, με βάση το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας προέλευσης και υποδοχής. Για τη μετάταξη ή μεταφορά των υπαλλήλων εκδίδεται απόφαση του Υπουργού και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση συνιστώνται ή καταργούνται θέσεις σύμφωνα με τις περιπτώσεις 1 και 2 της παρούσας υποπαραγράφου. 5. Η μη εμφάνιση μόνιμου υπαλλήλου στην υπηρεσία στην οποία μετατάχθηκε για την ανάληψη των καθηκόντων του αποτελεί σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο επιβάλλεται πειθαρχική ποινή τουλάχιστον υποβιβασμού. Αν πρόκειται για υπάλληλο που πριν τη μετάταξή του βρισκόταν σε καθεστώς διαθεσιμότητας κατά το επόμενο άρθρο, εκδίδεται αμελλητί πράξη απόλυσης του υπαλλήλου από το όργανο διοίκησης του φορέα υποδοχής. Η μη εμφάνιση υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην υπηρεσία στην οποία έχει μεταταχθεί ή μεταφερθεί αποτελεί λόγο καταγγελίας της σχέσης εργασίας του, για την οποία εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του οργάνου διοίκησης του φορέα υποδοχής. 6. Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας υποπαραγράφου τελεί υπό την προϋπόθεση της τήρησης των περιορισμών που ισχύουν κάθε φορά σχετικά με τον αριθμό των ετήσιων προσλήψεων και διορισμών μόνιμου προσωπικού και προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. 7. Για τις ρυθμίσεις της παρούσας υποπαραγράφου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 71 του ν. 3528/2007 (Α΄ 26΄), όπως ισχύουν, και της παρ. 1 του άρθρου 68 του ν. 4002/2011. 8. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να ρυθμίζονται τυχόν ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των προς μετάταξη ή μεταφορά υπαλλήλων, τη σχετική διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.2. ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ 1. Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα. Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά την διάρκεια της διαθεσιμότητάς τους: α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά τη διαδικασία της προηγούμενης υποπαραγράφου για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και ιδίως για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Με την έκδοση της πράξης μετάταξης ή μεταφοράς και μεταβολής της σχέσης εργασίας αίρεται αυτοδίκαια το καθεστώς της διαθεσιμότητας. γ) Να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν. 4024/2011. Οι πράξεις προσωρινής τοποθέτησης της περίπτωσης αυτής εκδίδονται από τον Υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης. Σε περίπτωση μη εμφάνισης του υπαλλήλου εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη της περίπτωσης 5 της προηγούμενης υποπαραγράφου. δ) Να υπάγονται σε ειδικά προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης. 2. Η διαθεσιμότητα της προηγούμενης περίπτωσης διαρκεί ένα (1) έτος και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. 3. Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και στους υπαλλήλους των φορέων της υποπαραγράφου Ζ.1.1.β, οι θέσεις των οποίων καταργούνται. 4. Η υπηρεσιακή σχέση των μόνιμων υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καθώς και η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των υπαλλήλων της περίπτωσης 3, εφόσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν, λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας. 5. Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια και τη διαδικασία υπαγωγής στα ανωτέρω προγράμματα επανεκπαίδευσης ή επανακατάρτισης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας υποπαραγράφου. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.3. ΑΡΓΙΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ 1. Το άρθρο 103 του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Υπαλληλικός Κώδικας, ν.  3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4057/2012, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία: α) ο υπάλληλος που στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία ύστερα από πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή ένταλμα προσωρινής κράτησης, β) ο υπάλληλος κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα προσωρινής κράτησης και στη συνέχεια ήρθη η προσωρινή κράτησή του ή αντικαταστάθηκε με περιοριστικούς όρους, γ) ο υπάλληλος, ο οποίος παραπέμφθηκε αμετακλήτως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα. δ) ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής ή της προσωρινής παύσης, και ε) ο υπάλληλος ο οποίος έχει παραπεμφθεί στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α΄, γ΄, δ΄, ε΄, θ΄, ι΄, ιδ΄, ιη΄, κγ΄, κδ΄, κζ΄ και κθ΄ του άρθρου 107 ή αντίστοιχα παραπτώματα του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, ή αντίστοιχα παραπτώματα του προϊσχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999). 2. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία. Ειδικότερα: α. Υπάλληλος ο οποίος τέθηκε σε αργία στις περιπτώσεις α΄ έως γ΄ της παραγράφου 1 ασκεί εκ νέου τα καθήκοντά του αν αθωωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. β. Η αργία της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της πειθαρχικής απόφασης και λήγει με την έναρξη της εκτέλεσης της πειθαρχικής ποινής της οριστικής ή προσωρινής παύσης που του επιβλήθηκε ή με την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό ή δικαστικής απόφασης που είτε απαλλάσσει τον υπάλληλο από την πειθαρχική ευθύνη είτε του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. γ. Η αργία της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο του παραπεμπτηρίου εγγράφου και λήγει με την έκδοση πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης που τον απαλλάσσει ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. Αν του επιβληθεί κάποια από τις ποινές αυτές η αργία συνεχίζεται και λήγει σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση. 3. Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία εκδίδεται αμελλητί από το αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου όργανο. Η πράξη επανόδου του υπαλλήλου στην υπηρεσία εκδίδεται από το ίδιο όργανο: α) μετά από τελεσίδικη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, β) μετά από βεβαίωση της αρμόδιας μονάδας προσωπικού ότι εκτελέστηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης που έχει επιβληθεί ή μετά από απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του αρμόδιου δικαστηρίου που απαλλάσσει τον υπάλληλο ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού, και γ) μετά από απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με την οποία ο υπάλληλος απαλλάσσεται από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλεται πειθαρχική ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση για πειθαρχικό παράπτωμα της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου. Ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του από την κοινοποίηση σε αυτόν της αντίστοιχης διαπιστωτικής πράξης. Εφόσον έχει επιβληθεί αυτοδίκαιη αργία στις περιπτώσεις β΄, γ΄,δ΄ και ε΄ της παραγράφου 1, η οποία δεν έχει αρθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, και δεν έχει επιβληθεί στον υπάλληλο πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης, το πειθαρχικό συμβούλιο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση γνωμοδοτεί μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία και κάθε επόμενο έτος σχετικά με την τυχόν συνδρομή λόγων που καθιστούν μη αναγκαία τη συνέχισή της. Το όργανο που είναι αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου, εφόσον κρίνει, μετά την ανωτέρω γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου ή μετά από γνωμοδότηση του ίδιου συμβουλίου που μπορεί να ζητηθεί οποτεδήποτε, ότι με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι αναγκαία η συνέχιση της αργίας, μπορεί να διατάσσει την αναστολή της και την επάνοδο του υπαλλήλου στα καθήκοντά του ή τη μετακίνησή του σύμφωνα με το άρθρο 66. Για την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει να γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο και τις συνέπειες της μη γνωμοδότησής του εντός της νόμιμης προθεσμίας εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 4 του επόμενου άρθρου. Η αναστολή της αργίας μπορεί να διατάσσεται και για ορισμένο χρόνο και να ανακαλείται οποτεδήποτε, εφόσον επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας και ιδίως σε περίπτωση υποτροπής, που οφείλεται στην τέλεση οποιουδήποτε νέου παραπτώματος από τον υπάλληλο.» 2. Το άρθρο 104 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4057/2012, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος ή υπηρεσιακοί λόγοι μπορεί να τεθεί σε αργία ο υπάλληλος κατά του οποίου: α) έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων της παραγράφου 1 περίπτωση ε΄ του προηγούμενου άρθρου, για τις οποίες επιβάλλεται αυτοδίκαιη αργία, ή β) υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για άτακτη διαχείριση, η οποία στηρίζεται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή του αρμόδιου επιθεωρητή. 2. Αρμόδιο όργανο για την έκδοση της πράξης με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε αργία είναι, κατά περίπτωση, ο οικείος Υπουργός ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης ή ο πρόεδρος του συλλογικού οργάνου διοίκησης, αν δεν υπάρχει μονομελές όργανο διοίκησης. Η πράξη εκδίδεται μετά από γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4. 3. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις και εφόσον διακυβεύεται το συμφέρον της υπηρεσίας, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο από τον άμεσο πειθαρχικώς προϊστάμενό του το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του, ακόμη και πριν επιληφθεί το πειθαρχικό συμβούλιο κατά την επόμενη παράγραφο. Σε περίπτωση παράλειψης του άμεσου πειθαρχικώς προϊσταμένου του υπαλλήλου, το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων μπορεί να επιβληθεί από κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενο ανώτερο από αυτόν. Η παράλειψη πειθαρχικώς προϊσταμένου να επιβάλει το ως άνω μέτρο ελέγχεται πειθαρχικά από κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενό του. Κατά τη διάρκεια της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του ο υπάλληλος δεν προσέρχεται στην υπηρεσία. Η αναστολή άσκησης καθηκόντων του υπαλλήλου αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν επιληφθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο. 4. Εφόσον συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται αμελλητί και γνωμοδοτεί για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Σε περίπτωση που έχει διαταχθεί το μέτρο της αναστολής των καθηκόντων του υπαλλήλου, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήψη του μέτρου. Το πειθαρχικό συμβούλιο γνωμοδοτεί μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών και σε κάθε περίπτωση που ζητείται η γνώμη του από το όργανο που είναι αρμόδιο για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η γνωμοδότηση εκδίδεται σε κάθε περίπτωση μετά από προηγούμενη κλήση του υπαλλήλου σε ακρόαση. Σε περίπτωση που το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει μέσα στις ανωτέρω προθεσμίες, η απόφαση για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία εκδίδεται και χωρίς γνωμοδότηση. Στην περίπτωση αυτή ο υπάλληλος καλείται σε ακρόαση από το αρμόδιο όργανο και οφείλει να υποβάλει εγγράφως τις απόψεις του εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της κλήσης. 5. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του αυτοδίκαια από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, η οποία τον απαλλάσσει από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. 6. Μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αργία και κάθε επόμενο έτος το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτεί για τη συνέχιση ή μη της αργίας. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση σχετικής απόφασης του οργάνου που τον έθεσε σε αργία, η οποία εκδίδεται εφόσον έχουν εκλείψει οι λόγοι της παραγράφου 1. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο οποτεδήποτε, ακόμη και χωρίς προηγούμενη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. 7. Το όργανο που είναι αρμόδιο για τη θέση υπαλλήλου σε δυνητική αργία μπορεί, εφόσον κρίνει ότι το μέτρο της αργίας δεν είναι απαραίτητο να επιβληθεί ή έχουν εκλείψει οι λόγοι για τους οποίους επιβλήθηκε, να διατάσσει για λόγους σχετικούς με το συμφέρον της υπηρεσίας τη μετακίνηση του υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 66.» 3. Το άρθρο 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007), αντικαθίσταται ως εξής: «1. Τίθεται αυτοδίκαια σε αργία: α) ο υπάλληλος ο οποίος στερήθηκε την προσωπική του ελευθερία ύστερα από πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή ένταλμα προσωρινής κράτησης, β) ο υπάλληλος κατά του οποίου εκδόθηκε ένταλμα προσωρινής κράτησης και στη συνέχεια ήρθη η προσωρινή κράτησή του ή αντικαταστάθηκε με περιοριστικούς όρους, γ) ο υπάλληλος, ο οποίος παραπέμφθηκε αμετακλήτως ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για κακούργημα, δ) ο υπάλληλος στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής ή της προσωρινής παύσης και ε) ο υπάλληλος ο οποίος έχει παραπεμφθεί στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο για τα παραπτώματα των περιπτώσεων α΄, β΄, δ΄, ε΄, ιβ΄, ιστ΄, ιζ΄, κα΄, κβ΄, κγ΄, κστ΄, κζ΄ του άρθρου 111, ή για τα αντίστοιχα παραπτώματα του προϊσχύοντος Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 1188/1981). 2. Ο υπάλληλος επανέρχεται αυτοδίκαια στα καθήκοντά του, εάν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία. Ειδικότερα: α. Υπάλληλος ο οποίος τέθηκε σε αργία στις περιπτώσεις α΄ έως γ΄ της παραγράφου 1 ασκεί εκ νέου τα καθήκοντά του αν αθωωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. β. Η αργία της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο της πειθαρχικής απόφασης και λήγει με την έναρξη της εκτέλεσης της πειθαρχικής ποινής της οριστικής ή προσωρινής παύσης που του επιβλήθηκε ή με την έκδοση απόφασης σε δεύτερο βαθμό ή δικαστικής απόφασης που είτε απαλλάσσει τον υπάλληλο από την πειθαρχική ευθύνη είτε του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. γ. Η αργία της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 αρχίζει από την κοινοποίηση στον υπάλληλο του παραπεμπτηρίου εγγράφου και λήγει με την έκδοση πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης που τον απαλλάσσει ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. Αν του επιβληθεί κάποια από τις ποινές αυτές η αργία συνεχίζεται και λήγει σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση. 3. Η διαπιστωτική πράξη θέσης σε αργία εκδίδεται αμελλητί από το αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου όργανο. Η πράξη επανόδου του υπαλλήλου στην υπηρεσία εκδίδεται από το ίδιο όργανο: α) μετά από τελεσίδικη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, β) μετά από βεβαίωση της αρμόδιας μονάδας προσωπικού ότι εκτελέστηκε η πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης που έχει επιβληθεί ή μετά από απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου ή του αρμόδιου δικαστηρίου που απαλλάσσει τον υπάλληλο ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του οικείου δικαστικού σχηματισμού, και γ) μετά από απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με την οποία ο υπάλληλος απαλλάσσεται από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλεται πειθαρχική ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση για πειθαρχικό παράπτωμα της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1, ή μετά από σχετική βεβαίωση του προέδρου του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου. Ο υπάλληλος επανέρχεται στην υπηρεσία του από την κοινοποίηση σε αυτόν της αντίστοιχης διαπιστωτικής πράξης. 4. Εφόσον έχει επιβληθεί αυτοδίκαιη αργία στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ της παραγράφου 1, η οποία δεν έχει αρθεί σύμφωνα με την παράγραφο 2, και δεν έχει επιβληθεί στον υπάλληλο πειθαρχική ποινή οριστικής παύσης, το πειθαρχικό συμβούλιο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση γνωμοδοτεί μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη αργία και κάθε επόμενο έτος σχετικά με την τυχόν συνδρομή λόγων που καθιστούν μη αναγκαία τη συνέχισή της. Το όργανο που είναι αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου, εφόσον κρίνει μετά την ανωτέρω γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου ή μετά από γνωμοδότηση του ίδιου συμβουλίου που μπορεί να ζητηθεί οποτεδήποτε, ότι με βάση τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης δεν είναι αναγκαία η συνέχιση της αργίας, μπορεί να διατάσσει την αναστολή της και την επάνοδο του υπαλλήλου στα καθήκοντά του ή τη μετακίνησή του σύμφωνα με το άρθρο 72. Για την προθεσμία εντός της οποίας οφείλει να γνωμοδοτήσει το πειθαρχικό συμβούλιο και τις συνέπειες της μη γνωμοδότησής του εντός της νόμιμης προθεσμίας εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 4 του επόμενου άρθρου. Η αναστολή της αργίας μπορεί να διατάσσεται και για ορισμένο χρόνο και να ανακαλείται οποτεδήποτε, εφόσον επιβάλλεται από το συμφέρον της υπηρεσίας και ιδίως σε περίπτωση υποτροπής, που οφείλεται στην τέλεση οποιουδήποτε νέου παραπτώματος από τον υπάλληλο.» 4. Το άρθρο 108 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, A΄ 143), αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος ή υπηρεσιακοί λόγοι μπορεί να τεθεί σε αργία ο υπάλληλος κατά του οποίου: α) έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 περίπτωση ε΄ του προηγούμενου άρθρου, για τις οποίες επιβάλλεται αυτοδίκαιη αργία, ή β) υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για άτακτη διαχείριση, η οποία στηρίζεται σε έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή του αρμόδιου επιθεωρητή. 2. Αρμόδιο όργανο για την έκδοση της πράξης με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε αργία είναι το αρμόδιο για το διορισμό του υπαλλήλου όργανο. Η πράξη εκδίδεται μετά από γνωμοδότηση του πειθαρχικού συμβουλίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4. 3. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις και εφόσον διακυβεύεται το συμφέρον της υπηρεσίας, μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο από το αρμόδιο για το διορισμό του όργανο το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του, ακόμη και πριν επιληφθεί το πειθαρχικό συμβούλιο κατά την επόμενη παράγραφο. Σε περίπτωση παράλειψης του ως άνω οργάνου, το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων μπορεί να επιβληθεί από κάθε πειθαρχικώς προϊστάμενο του οργάνου αυτού. Η παράλειψη επιβολής του ως άνω μέτρου από το αρμόδιο όργανο ελέγχεται πειθαρχικά. Κατά τη διάρκεια της αναστολής άσκησης των καθηκόντων του ο υπάλληλος δεν προσέρχεται στην υπηρεσία. Η αναστολή άσκησης καθηκόντων του υπαλλήλου αίρεται αυτοδικαίως, εάν το πειθαρχικό συμβούλιο δεν επιληφθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην επόμενη παράγραφο, χωρίς πάντως να κωλύεται να επιληφθεί και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής. 4. Εφόσον συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται αμελλητί και γνωμοδοτεί για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Σε περίπτωση που έχει διαταχθεί το μέτρο της αναστολής των καθηκόντων του υπαλλήλου, το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται και γνωμοδοτεί το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήψη του μέτρου. Το πειθαρχικό συμβούλιο γνωμοδοτεί μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών και σε κάθε περίπτωση που ζητείται η γνώμη του από το όργανο που είναι αρμόδιο για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία. Η γνωμοδότηση εκδίδεται σε κάθε περίπτωση μετά από προηγούμενη κλήση του υπαλλήλου σε ακρόαση. Σε περίπτωση που το πειθαρχικό συμβούλιο δεν γνωμοδοτήσει μέσα στις ανωτέρω προθεσμίες, η απόφαση για τη θέση του υπαλλήλου σε αργία εκδίδεται και χωρίς γνωμοδότηση. Στην περίπτωση αυτή ο υπάλληλος καλείται σε ακρόαση από το αρμόδιο όργανο και οφείλει να υποβάλει εγγράφως τις απόψεις του εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της κλήσης. 5. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του αυτοδίκαια από την έκδοση πειθαρχικής απόφασης, η οποία τον απαλλάσσει από την πειθαρχική ευθύνη ή του επιβάλλει ποινή διαφορετική από την οριστική ή προσωρινή παύση. 6. Μετά την πάροδο ενός έτους από τη θέση του υπαλλήλου σε αργία και κάθε επόμενο έτος το πειθαρχικό συμβούλιο υποχρεούται να γνωμοδοτεί για τη συνέχιση ή μη της αργίας. Ο υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντά του από την κοινοποίηση σχετικής απόφασης του οργάνου που τον έθεσε σε αργία, η οποία εκδίδεται εφόσον έχουν εκλείψει οι λόγοι της παραγράφου 1. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο οποτεδήποτε, ακόμη και χωρίς προηγούμενη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. 7. Το όργανο που είναι αρμόδιο για τη θέση του υπαλλήλου σε δυνητική αργία μπορεί, εφόσον κρίνει ότι το μέτρο της αργίας δεν είναι απαραίτητο να επιβληθεί ή έχουν εκλείψει οι λόγοι για τους οποίους επιβλήθηκε, να διατάσσει για λόγους σχετικούς με το συμφέρον της υπηρεσίας τη μετακίνηση του υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 72.» 5. Για την εφαρμογή των άρθρων 88 και 89 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000), ως λόγοι θέσεως του υπαλλήλου σε αυτοδίκαιη ή δυνητική αργία νοούνται αντίστοιχα αυτοί που αναφέρονται στα άρθρα 103 παρ. 1 και 104 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως αντικαθίστανται με τις περιπτώσεις 1 και 2 της παρούσας υποπαραγράφου. 6. Οι διατάξεις των άρθρων 103 και 104 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007), 107 και 108 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007) και 88 και 89 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000), όπως ισχύουν, έχουν εφαρμογή και στο προσωπικό που εργάζεται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στις υπηρεσίες, οι υπάλληλοι των οποίων διέπονται από τους ανωτέρω Κώδικες. Με την επιφύλαξη τυχόν αυστηρότερων διατάξεων, οι διατάξεις των άρθρων 103, 104 και 105 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως, ως προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της θέσεως σε αυτοδίκαιη ή δυνητική αργία, καθώς και ως προς τις συνέπειές της, σε όλες τις πειθαρχικές διαδικασίες, που διέπουν το κάθε φύσεως και με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση δημοσίου δικαίου ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 πριν τη θέση σε ισχύ του άρθρου 51 του ν. 1892/1990, συμπεριλαμβανομένων όλων των φορέων που απαριθμούνται ειδικότερα στο άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και μη εξαιρουμένων των περιπτώσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009. 7. Οι διατάξεις των περιπτώσεων 1 έως 6 της παρούσας υποπαραγράφου εφαρμόζονται και στις υποθέσεις που είναι εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 8. Το αρμόδιο για την εκδίκαση αίτησης αναστολής εκτελέσεως δικαστήριο, η οποία στρέφεται κατά πράξης με την οποία διαπιστώνεται η θέση υπαλλήλου σε κατάσταση αυτοδίκαιης αργίας ή με την οποία ο υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία, μπορεί, εφόσον πιθανολογείται σοβαρά κίνδυνος βιοπορισμού του υπαλλήλου ή της οικογένειάς του, να διατάσσει, ως προσωρινό μέτρο, την αύξηση των αποδοχών της αργίας μέχρι το 75% των νόμιμων αποδοχών του υπαλλήλου. 9. Στις περιπτώσεις αυτοδίκαιης αργίας της παραγράφου 1 περίπτωση ε΄ του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα και της παραγράφου 1 περίπτωση ε΄ του άρθρου 107 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, όπως αντικαθίστανται με τις περιπτώσεις 1 και 3 της παρούσας υποπαραγράφου, οι αποδοχές της αργίας ορίζονται στο 75% των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων. 10. Στο τέλος της παρ.  9 του άρθρου 146Β του ν. 3528/2007, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του ν. 4057/2012, προστίθενται εδάφια ως ακολούθως: «Εφόσον δεν έχει ολοκληρωθεί, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου κάθε άρτιου έτους, η διαδικασία σύστασης πειθαρχικών συμβουλίων στις υπηρεσίες του πρώτου εδαφίου, η κλήρωση διενεργείται από τον Πρόεδρο του Δευτεροβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου για τα συσταθέντα πειθαρχικά συμβούλια των ανωτέρω υπηρεσιών, με βάση τις καταστάσεις των προϊσταμένων διευθύνσεων που έχουν αποστείλει οι υπηρεσίες αυτές. Για τα λοιπά πειθαρχικά συμβούλια των ως άνω υπηρεσιών διενεργείται, μετά τη σύστασή τους, συμπληρωματική κλήρωση με βάση τις καταστάσεις των προϊσταμένων διευθύνσεων της αρχικής κλήρωσης, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι κληρωθέντες σε αυτή προϊστάμενοι διευθύνσεων. Σε περίπτωση κατά την οποία υπηρεσίες του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου έχουν μεν συστήσει πειθαρχικά συμβούλια, αλλά δεν έχουν αποστείλει, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου κάθε άρτιου έτους, καταστάσεις προϊσταμένων διευθύνσεων η κλήρωση διενεργείται, για το σύνολο των υπηρεσιών για τις οποίες έχουν συσταθεί πειθαρχικά συμβούλια, με βάση τις καταστάσεις που έχουν αποστείλει οι λοιπές υπηρεσίες. Οι καταστάσεις που αποστέλλονται μεταγενεστέρως λαμβάνονται υπόψη για τυχόν συμπληρωματικές κληρώσεις. Στις ανωτέρω περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν γίνεται κλήρωση για το σύνολο των υπηρεσιών του πρώτου εδαφίου, δεν ισχύουν τα οριζόμενα στο πέμπτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Οι ως άνω διατάξεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς διαδικασίες.» ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.4. ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΘΕΣΕΩΝ 1. 1.Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι θέσεις στις υπηρεσίες ή στους φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υποπαραγράφου Ζ.1.1., οι οποίες απαριθμούνται στη συνέχεια κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα: Οι θέσεις της κατηγορίας ΔΕ των ειδικοτήτων Διοικητικού, Διοικητικού−Λογιστικού, Διοικητικού−Οικονομικού και Διοικητικών Γραμματέων των υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίοι δεν έχουν προσληφθεί με διαγωνισμό ή με διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας και εφόσον ο αριθμός των υπαλλήλων αυτών: αα) είναι ίσος ή μεγαλύτερος των δέκα (10) ανά υπηρεσία ή φορέα και ββ) ανέρχεται σε ποσοστό μικρότερο του 25% του συνολικού αριθμού των υπαλλήλων των ως άνω κλάδων και ειδικοτήτων ή το 10% του συνόλου του τακτικού προσωπικού που υπηρετούν στην οικεία υπηρεσία ή φορέα. Στο συνολικό αριθμό των υπαλλήλων της υπηρεσίας ή του φορέα που λαμβάνεται ως μέγεθος αναφοράς υπολογίζονται οι μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανεξαρτήτως εκπαιδευτικής βαθμίδας. Από την εφαρμογή της διάταξης αυτής εξαιρούνται οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης και φροντίδας, ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού, τα νοσοκομεία και η Γενική Γραμματεία Πολιτισμού του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. 2. Οι υπάλληλοι των οποίων οι θέσεις καταργούνται τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του παρόντος. 3. Εντός πέντε (5) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των υπηρεσιών ή φορέων που καταλαμβάνονται από τις υποπαραγράφους Ζ2 και Ζ3 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κατάλογο των ονομάτων των υπαλλήλων οι οποίοι: α) τίθενται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης της θέσης τους, β) τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία. 4. Εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι Διευθύνσεις προσωπικού των φορέων της περίπτωσης 1 αποστέλλουν στο Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης: α. τον αριθμό των θέσεων που καταργούνται σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση του παρόντος, καθώς και αντίγραφα των ατομικών διοικητικών πράξεων θέσης σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων που, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, καταλαμβάνουν τις καταργούμενες οργανικές θέσεις, β. τις πράξεις με τις οποίες τίθενται, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σε αυτοδίκαιη αργία υπάλληλοι, κατ’ εφαρμογή της υποπαραγράφου Ζ.3 του νόμου αυτού. 5. Η μη αποστολή των στοιχείων των περιπτώσεων 3 και 4 εντός της ανωτέρω προθεσμίας αποτελεί σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο επιβάλλεται πειθαρχική ποινή προστίμου, η οποία ισούται με το ¼ των αποδοχών των υπαλλήλων. ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ζ.5. ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΠΡΟΣΛΗΨΕΩΝ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ – ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ ΘΕΣΕΩΝ ΜΕΤΑΚΛΗΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ − ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΙΣΧΥΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ ΑΣΕΠ 1. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3833/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 37 του ν. 3986/2011, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Από την 1η Ιανουαρίου 2011 και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016, ο αριθμός των ετήσιων προσλήψεων και διορισμών του μόνιμου προσωπικού και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3812/2009 δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος συνολικά από το λόγο ένα προς πέντε (μία πρόσληψη ανά πέντε αποχωρήσεις), στο σύνολο των φορέων.» 2. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 37 του ν.3986/2011 τροποποιείται ως εξής: «6. Οι εγκρίσεις πρόσληψης προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και συμβάσεων μίσθωσης έργου για το έτος 2011 περιορίζονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) σε σχέση με τις αντίστοιχες εγκρίσεις του έτους 2010 και κατά δέκα τοις εκατό (10%) επιπλέον το 2012. Για τα έτη 2013 και 2014 το ποσοστό προσδιορίζεται σε 20% σε σχέση με το προηγούμενο έτος και για τα έτη 2015 και 2016 σε 10% σε σχέση με το προηγούμενο έτος.» 3. Οι θέσεις μετακλητών υπαλλήλων που έχουν συσταθεί έως σήμερα σε υπηρεσίες που καταλαμβάνονται από το π.δ. 63/2005, καθώς και στις αποκεντρωμένες διοικήσεις περιορίζονται κατά 20%. Ο περιορισμός αφορά συνολικά το προσωπικό που καταλαμάνεται από το π.δ. 63/2005 και εξειδικεύεται ανά υπηρεσία με απόφαση του Πρωθυπουργού. 4. Η παράγραφος 11 του άρθρου 17 του ν.2190/1994, όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «11. Οι πίνακες επιτυχίας ισχύουν μόνο για την πλήρωση των θέσεων που προκηρύχθηκαν. Από τους πίνακες επιτυχίας και με τη σειρά που έχουν οι υποψήφιοι σε αυτούς, σε συνδυασμό πάντοτε και με τη δήλωση προτίμησής τους, καταρτίζονται οι πίνακες διοριστέων, που περιλαμβάνουν αριθμό διοριστέων ίσο με τον αριθμό των θέσεων που προκηρύχθηκαν. Οι πίνακες διοριστέων δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.) και ισχύουν για τρία έτη. Απαγορεύεται ο διορισμός άλλου υποψηφίου από τον πίνακα επιτυχίας, πέραν του αριθμού των θέσεων που προκηρύχθηκαν και των θέσεων που κενούνται, όταν υποψήφιοι που διορίστηκαν παραιτήθηκαν εντός έτους από του διορισμού τους.» ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Η: ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ Η.1. ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ (Γ.Ε.ΜΗ. ) 1. Η περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώνουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου.» 2. Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ. στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών φορολογικής ενημερότητας.» 3. Η περίπτωση στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονικά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ. της εταιρίας, για την αποστολή ανακοίνωσης για τη σύσταση της εταιρείας καθώς και για τα στοιχεία των εταίρων και διαχειριστών αυτής στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.» 4. Η περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 ) αντικαθίσταται ως εξής: «Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώνουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου.» 5. Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ. στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών φορολογικής ενημερότητας.» 6. Η περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονικά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ. της εταιρίας, καθώς και για την αποστολή ανακοίνωσης για τη σύσταση της εταιρείας και για τα στοιχεία των εταίρων, και διαχειριστών αυτής στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.» 7. Η περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώνουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου.» 8. Η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ. στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών φορολογικής ενημερότητας.» 9. Η περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονικά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ. της εταιρίας, καθώς και για την αποστολή ανακοίνωσης για τη σύσταση της εταιρείας, και για τα στοιχεία των εταίρων, και διαχειριστών αυτής στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.» 10. Το άρθρο 12 του ν. 3853/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «Προτυποποιημένα καταστατικά»: 1. Για τη σύσταση των ομορρύθμων εταιριών, των ετερορρύθμων εταιριών (κάθε μορφής), των εταιριών περιορισμένης ευθύνης, των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών και των ανωνύμων εταιριών, δύναται να γίνει χρήση προτυποποιημένου καταστατικού, το οποίο συμπληρώνεται από τους ιδρυτές, αν πρόκειται για ομόρρυθμες εταιρίες, ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες και απλές ετερόρρυθμες εταιρίες ή από την Υπηρεσία Μιας Στάσης (συμβολαιογράφο), αν πρόκειται για εταιρία ετερόρρυθμη κατά μετοχές, εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ανώνυμη εταιρία και την Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία, μόνο ως προς τα στοιχεία που διαφοροποιούν την εταιρεία από άλλες του ίδιου εταιρικού τύπου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται το περιεχόμενο του προτυποποιημένου καταστατικού. Το προτυποποιημένο καταστατικό κατατίθεται στις Υπηρεσίες Μιας Στάσης της περίπτωσης αα΄ της παρ. α του άρθρου 2 εάν πρόκειται για ομόρρυθμες εταιρίες και ετερόρρυθμες εταιρίες. Αν πρόκειται για εταιρεία ετερόρρυθμη κατά μετοχές, εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ανώνυμη εταιρία και ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, το καταστατικό αυτό συντάσσεται από την Υπηρεσία Μιας Στάσης του άρθρου της περίπτωσης ββ΄ της παρ. α του άρθρου 2. Οι Υπηρεσίες Μιας Στάσης προβαίνουν στις ενέργειες που προβλέπονται στα άρθρα 5, 5 Α, 6, 7 του παρόντος προκειμένου να γίνει καταχώρισή του στο Γ.Ε.ΜΗ.. 2. Το προτυποποιημένο καταστατικό εταιρίας: α) Περιέχει τις απολύτως αναγκαίες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο διατάξεις και κατά τα λοιπά παραπέμπει στις διατάξεις των οικείων νόμων. β) Το προτυποποιημένο καταστατικό εταιρίας για κάθε τύπο εταιρίας θα είναι προσπελάσιμο από το διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ.. 3. Στο μέτρο που ακολουθείται το προτυποποιημένο καταστατικό, τεκμαίρεται η νομιμότητα των διατάξεών του.» 11. Καταργείται η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 197 του ν. 4072/2012 (Α΄ 86). 12. Καταργείται η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 198 του ν. 4072/2012 και η περίπτωση ε΄ αναριθμείται σε δ΄ αντίστοιχα. 13. Καταργείται το άρθρο 199 του άρθρου 4072/2012. Η.2. ΕΚΜΙΣΘΩΣΗ ΕΠΙΒΑΤΗΓΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, ΜΟΤΟΣΙΚΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΤΡΑΚΥΚΛΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΟΔΗΓΟ 1. Επιτρέπεται στα τουριστικά γραφεία και στα γραφεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων, όπως ορίζονται στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 2 του ν.2160/1993 (Α΄118), και σε εταιρείες και συνεταιρισμούς Επιβατηγών Δημόσιας Χρήσης αυτοκινήτων, που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3109/2003 (Α΄ 38) και το άρθρο 87 του ν. 4070/2012 (Α΄ 82), η ολική εκμίσθωση με οδηγό μέσω προκρατήσεως με αντίστοιχη σύμβαση ελαχίστου διάρκειας δώδεκα (12) ωρών, Επιβατηγών Ιδιωτικής Χρήσης (ΕΙΧ) αυτοκινήτων απαγορευομένης της μεταφοράς επιβατών με κόμιστρο με τα αυτοκίνητα αυτά. 2. Οι οδηγοί επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης που απασχολούνται σε επιχειρήσεις της περίπτωσης 1, πρέπει υποχρεωτικά: α) Να μην έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή για κάποιο από τα πλημμελήματα της κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, παραχάραξης, βαριάς σωματικής βλάβης, παράβασης των διατάξεων περί ναρκωτικών ή των διατάξεων που αναφέρονται στα ήθη. β) Να είναι κάτοχοι άδειας οδήγησης αυτοκινήτου κατηγορίας Β΄ σε ισχύ, για τουλάχιστον είκοσι τέσσερεις (24) μήνες πριν την έναρξη της απασχόλησής τους ως οδηγοί επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης στις επιχειρήσεις της περίπτωσης 1. γ) Να είναι υγιείς με βάση τις ιατρικές εξετάσεις που καθορίζονται σύμφωνα με το εδάφιο ζ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 95 του ν. 4070/2012 (Α΄ 82). Για την απόδειξη της συνδρομής των ανωτέρω προϋποθέσεων, οι επιχειρήσεις της περίπτωσης 1 υποχρεούνται να τηρούν στο αρχείο τους και να επιδεικνύουν σε κάθε έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές: για τη συνδρομή του εδαφίου α΄ πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης του οδηγού, για τη συνδρομή του εδαφίου β΄ επικυρωμένο αντίγραφο της άδειας οδήγησης και για τη συνδρομή του εδαφίου γ΄ ιατρικό πιστοποιητικό. 3. Τα επιβατηγά ιδιωτικής χρήσης οχήματα που εκμισθώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης 1, φέρουν τα εξής χαρακτηριστικά: α) Είναι οχήματα άνω των 1.500 κ.εκ.. β) Εμπίπτουν στην κατηγορία εκπομπών EURO V ή μεταγενέστερη. γ) Έχουν μέγιστο χρόνο κυκλοφορίας τα επτά (7) χρόνια από την ημερομηνία της πρώτης άδειας κυκλοφορίας τους, εφόσον αυτή δεν διαφέρει από την ημερομηνία κατασκευής τους πάνω από ένα χρόνο, και για τα ανοικτού τύπου τα εννέα (9) χρόνια από την κυκλοφορία τους. 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Τουρισμού ορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις σύστασης και λειτουργίας των επιχειρήσεων της περίπτωσης 1 ως προς την άσκηση της δραστηριότητας αυτής, τα προσόντα των οδηγών, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. 5. Επιτρέπεται η μεταφορά άνευ κομίστρου πελατών κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων, όπως ορίζονται στην περίπτωση Α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 (Α΄ 118) με επιβατηγά ιδιωτικής χρήσης οχήματα, είτε ιδιοκτησίας των καταλυμάτων, είτε κατόπιν χρηματοδοτικής μίσθωσης κατά τις κείμενες διατάξεις, από τα σημεία αφίξεως ή αναχωρήσεως μέχρι τις εγκαταστάσεις των καταλυμάτων αυτών και αντίστροφα. Επιτρέπεται στις εταιρείες και τους συνεταιρισμούς Επιβατηγών Δημόσιας Χρήσης αυτοκινήτων, που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 3109/2003 (Α΄ 38) και το άρθρο 87 του ν. 4070/2012 (Α΄ 82) να συνάπτουν συμβάσεις με ολική ή μερική εκμίσθωση των ΕΔΧ αυτοκινήτων, με οδηγό, με κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα, με κόμιστρο που διαμορφώνεται με συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών για τη μεταφορά των πελατών των κύριων ξενοδοχειακών καταλυμάτων από τα σημεία αφίξεως ή αναχωρήσεως μέχρι τις εγκαταστάσεις των καταλυμάτων και αντίστροφα. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται διακριτικά γνωρίσματα και λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που φέρουν τα ανωτέρω οχήματα, προκειμένου να πιστοποιείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της περίπτωσης, καθώς και άλλες σχετικές λεπτομέρειες για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής. 6. α) Για κάθε παράβαση των διατάξεων της περίπτωσης 2 επιβάλλεται πρόστιμο ύψους τριακοσίων (300) ευρώ. Σε υποτροπή εντός τριετίας, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους εξακοσίων (600) ευρώ, σε δεύτερη υποτροπή επιβάλλεται πρόστιμο ύψους εννιακοσίων (900) ευρώ και σε κάθε επόμενη υποτροπή αφαιρείται το Ε.Σ.Λ. της επιχείρησης για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών. β) Για κάθε παράβαση των διατάξεων της περίπτωσης 3 επιβάλλεται πρόστιμο ύψους χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Σε υποτροπή εντός τριετίας, επιβάλλεται πρόστιμο ύψους τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και σε δεύτερη υποτροπή αφαιρείται το Ε.Σ.Λ. της επιχείρησης για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών. γ) Σε περίπτωση που σε διάστημα δύο (2) ετών έχει επιβληθεί δύο (2) φορές η κύρωση της αφαίρεσης του Ε.Σ.Λ., το Ε.Σ.Λ. αφαιρείται οριστικά. Με απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Τουρισμού δύνανται να τροποποιούνται τα ως άνω ποσά. δ) Κατά των παραπάνω αποφάσεων επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον της επιτροπής της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του ν. 3270/2004, όπως ισχύει. ε) Σε περίπτωση όπου αυτοκίνητο μισθωμένο κατά τις διατάξεις της περίπτωσης 1 διενεργεί επιβατικές μεταφορές με κόμιστρο, επιβάλλονται στο νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης και στον οδηγό οι ποινές της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του ν. 1903/1990 (Α΄ 167). Επιπλέον, ανακαλείται η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος για δύο (2) χρόνια. Για τις παραβάσεις της παρούσας περίπτωσης εφαρμόζεται η συνοπτική διαδικασία των άρθρων 417 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Η.3. ΔΙΑΘΕΣΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΩΝ ΠΡΩΤΗΣ ΒΡΕΦΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ 1. Η διάθεση των παρασκευασμάτων για βρέφη, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 1 της Υ1/Γ.Π. 47815/2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 1478), γίνεται από τα φαρμακεία και τα καταστήματα λιανικής πώλησης τροφίμων, ειδών παντοπωλείου και ειδών μαζικής κατανάλωσης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Υγείας δύναται να ρυθμίζεται ο τρόπος διάθεσης στον τελικό καταναλωτή των ανωτέρω παρασκευασμάτων στα σημεία του προηγούμενου εδαφίου. 2. Η παρ. 2 του άρθρου 2 της Υ1/Γ.Π. 47815/2008 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καταργείται. Η.4. ΑΡΣΗ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΠΝΟΥ Στο άρθρο 2 του ν. 3730/2008 (Α΄ 262) προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής: «Ειδικά στις υπεραγορές τροφίμων η τοποθέτηση προϊόντων καπνού είναι επιτρεπτή σε κλειστές προθήκες ευρισκόμενες εντός του καταστήματος μετά το χώρο των ταμείων, στις οποίες παρέχεται πρόσβαση με τη μεσολάβηση προσωπικού του καταστήματος, τηρουμένων των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας.» Η.5. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΟ Π.Δ. 340/1998 «ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΛΟΓΙΣΤΗ − ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΥ − ΑΔΕΙΑΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ» 1. Όπου στο κείμενο ή στον τίτλο του π.δ. 340/1989 (Α΄ 228) αναφέρονται οι φράσεις «άδεια ασκήσεως», «ειδική άδεια ασκήσεως επαγγέλματος», «άδεια» ή «άδεια ασκήσεως επαγγέλματος» αντικαθίστανται από τη φράση «επαγγελματική ταυτότητα». 2. Το άρθρο 4 του π.δ. 340/1989 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 4 Χορήγηση επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή − φοροτεχνικού 1. Για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή, φοροτεχνικού και τη χορήγηση της σχετικής επαγγελματικής ταυτότητας υποβάλλεται στην Κεντρική Διοίκηση του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας (ΟΕΕ) ή ανάλογα με τον τόπο της επαγγελματικής του εγκατάστασης στην αρμόδια Τοπική Διοίκηση Περιφερειακού Τμήματος του ΟΕΕ αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος. 2. Στην αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος λογιστή − φοροτεχνικού αναφέρονται τα στοιχεία ταυτότητας, μόνιμης κατοικίας, επαγγελματικής απασχόλησης και οι τίτλοι σπουδών του ενδιαφερομένου. 3. Η αναγγελία έναρξης άσκησης επαγγέλματος λογιστή − φοροτεχνικού συνοδεύεται υποχρεωτικά από αντίγραφα των πτυχίων, των τίτλων σπουδών ημεδαπής ή αποφάσεων ΣΑΕΠ περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, έγγραφο έναρξης δραστηριότητας από την αρμόδια αρχή, αντίγραφο ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, το οποίο αναζητείται υπηρεσιακά, καθώς και των απαιτουμένων εγγράφων για την απόδειξη της άσκησης επαγγέλματος από τον ενδιαφερόμενο, όπως ορίζεται στο άρθρο 15. 4. Στην περίπτωση αίτησης για τη χορήγηση επαγγελματικής ταυτότητας ανώτερης τάξης υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο, εκτός από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά άσκησης του επαγγέλματος του λογιστή φοροτεχνικού και αντίγραφο του προβλεπόμενου από την περίπτωση στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, πιστοποιητικού παρακολούθησης επιμορφωτικών σεμιναρίων και αξιολόγησης του υποψηφίου. 5. Η επαγγελματική ταυτότητα λογιστή − φοροτεχνικού χορηγείται με απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης ή της αρμόδιας Τοπικής Διοίκησης Περιφερειακού Τμήματος του Ο.Ε.Ε. εάν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις. 6. Η απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης ή της αρμόδιας Τοπικής Διοίκησης Περιφερειακού Τμήματος του ΟΕΕ για τη χορήγηση της επαγγελματικής ταυτότητας ή για την απαγόρευση της άσκησης του επαγγέλματος του λογιστή φοροτεχνικού εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της αναγγελίας και της πλήρους υποβολής των προβλεπομένων νομίμων δικαιολογητικών. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία τριών (3) μηνών από την ημερομηνία της αναγγελίας και της πλήρους υποβολής των προβλεπομένων νομίμων δικαιολογητικών, η ταυτότητα εκδίδεται αυτόματα. Σε περίπτωση απαγόρευσης της άσκησης του επαγγέλματος λογιστή − φοροτεχνικού, το Ο.Ε.Ε. ενημερώνει εγγράφως τον ενδιαφερόμενο, γνωστοποιώντας τους λόγους της απαγόρευσης. Το Ο.Ε.Ε. μπορεί οποτεδήποτε, ακόμη και μετά την παρέλευση τριμήνου από την αναγγελία, να απαγορεύσει την άσκηση του επαγγέλματος και να προβεί στην αφαίρεση της επαγγελματικής ταυτότητας, αν διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή − φοροτεχνικού. 7. Ο λογιστής − φοροτεχνικός υποχρεούται να υποβάλει στο Ο.Ε.Ε., εντός του πρώτου διμήνου κάθε έτους, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, στην οποία θα δηλώνει ότι ασκεί το επάγγελμα του λογιστή φοροτεχνικού, ότι δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 14 του π.δ. 340/1998, ότι δεν έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας λογιστών − φοροτεχνικών και ότι έχει παρακολουθήσει όλη την αναγκαία εκπαίδευση που αντιστοιχεί στο επίπεδο της επαγγελματικής του κατάταξης, η οποία παρέχεται από το Ο.Ε.Ε.. Αν ο λογιστής − φοροτεχνικός δεν καταθέσει την υπεύθυνη δήλωση εντός του πρώτου διμήνου, δεν εντάσσεται στο Μητρώο λογιστών − φοροτεχνικών του Ο.Ε.Ε. του άρθρου 11. Η πρόσβαση στο συγκεκριμένο αρχείο θα αποκαθίσταται με την κατάθεση της υπεύθυνης δήλωσης. Το Ο.Ε.Ε. ελέγχει το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης, ενημερώνει αυτόματα το Μητρώο Λογιστών − Φοροτεχνικών και εκδίδει ειδική πράξη σε όσους αυτοδίκαια έχουν εκπέσει λόγω της μη τήρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας. 8. Επαγγελματική ταυτότητα λογιστή − φοροτεχνικού δεν χορηγείται σε όσους έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για αδικήματα που αναφέρονται στην παρ. 1. του άρθρου 14. 9. Η επαγγελματική ταυτότητα χορηγείται μόνο σε φυσικά πρόσωπα. 10. Για την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας και την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης απαιτείται η καταβολή δικαιωμάτων υπέρ του Ο.Ε.Ε, το ύψος των οποίων καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Οικονομικών. Η ιδιότητα του μέλους του Ο.Ε.Ε. δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση του επαγγέλματος του λογιστή − φοροτεχνικού μετά την 1.1.2015.» 3. Το άρθρο 10 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 10 Νομικά πρόσωπα παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών − Αντιπρόσωποι 1. Για τη λειτουργία νομικών προσώπων παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών απαιτείται βεβαίωση αναγγελίας έναρξης λογιστικών και φοροτεχνικών εργασιών, η οποία χορηγείται από το Ο.Ε.Ε.. 2. Για τη χορήγηση της βεβαίωσης αναγγελίας της παραγράφου 1 υποβάλλεται από τον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου αναγγελία έναρξης λειτουργίας επιχείρησης παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών, η οποία συνοδεύεται από επικυρωμένα αντίγραφα των εγγράφων ή πιστοποιητικών, από τα οποία προκύπτουν η νόμιμη σύσταση, λειτουργία και εκπροσώπηση του νομικού προσώπου. 3. Φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση με τα παραπάνω νομικά πρόσωπα και είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν για λογαριασμό αυτών πράξεις που ανάγονται στο αντικείμενο εργασιών του λογιστή φοροτεχνικού απαιτείται να είναι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή − φοροτεχνικού.» 4. Το άρθρο 11 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 11 Μητρώο Λογιστών − Φοροτεχνικών και Νομικών Προσώπων Παροχής Λογιστικών και Φοροτεχνικών Υπηρεσιών 1. Στο Ο.Ε.Ε. τηρείται μητρώο φυσικών προσώπων κατόχων επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή − φοροτεχνικού κατά τάξεις, το οποίο ενημερώνεται κάθε έτος μετά την υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης της παραγράφου 7 του άρθρου 4, καθώς και μητρώο των νομικών προσώπων παροχής λογιστικών και φοροτεχνικών υπηρεσιών, με μνεία του αριθμού βεβαίωσης που τους έχει χορηγηθεί και των στοιχείων του άρθρου 10. 2. Τα Μητρώα Λογιστών − Φοροτεχνικών και Νομικών Προσώπων Παροχής Λογιστικών και Φοροτεχνικών Υπηρεσιών του Ο.Ε.Ε. διασυνδέονται με τα αρχεία των λογιστών που μπορούν να υποβάλουν ηλεκτρονικά δηλώσεις στα συστήματα του Υπουργείου Οικονομικών.» 5. Στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 14 του π.δ. 340/1998 μετά τη λέξη πλαστογραφία προστίθενται οι λέξεις «υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, χρήση υφαρπαχθείσης ψευδούς βεβαίωσης». 6. Το άρθρο 16 του π.δ. 340/1998 καταργείται μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από τη δημοσίευση του παρόντος. Οι άδειες ασκήσεως επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού εκδοθείσες που εκδόθηκαν με το άρθρο 16 π.δ. 340/1998 εξακολουθούν να ισχύουν. Η.6. ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ 1906/1990, 3614/2007 ΚΑΙ 4070/2012 1. α. H υποπαράγραφος α΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 10 του ν. 1906/1990 (Α΄ 157) αντικαθίσταται ως εξής: «α. Οι υφιστάμενες διεθνείς τακτικές λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και χωρών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρούνται έως τις 30.6.2013. Ειδικά οι διεθνείς τακτικές λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας διατηρούνται έως τις 31.12.2012.» β. Οι άδειες που έχουν εκδοθεί ή τροποποιηθεί μετά τη θέση σε ισχύ της παραγράφου 15 του άρθρου 185 του ν. 4070/2012 (Α΄ 82) για τις διεθνείς τακτικές λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και χωρών που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρούνται σε ισχύ μέχρι τις 30.6.2013. Ειδικά οι άδειες για διεθνείς λεωφορειακές γραμμές μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας διατηρούνται έως τις 31.12.2012. γ. Οι διατάξεις των ανωτέρω υποπεριπτώσεων α΄ και β΄ ισχύουν αναδρομικά από 10.10.2012. 2. α. Το εδάφιο β΄ της παραγράφου 10 του άρθρου 25 του ν. 3614/2007 (Α΄ 267), που προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 242 του ν. 4072/2012, αντικαθίσταται ως εξής: «β. Στις συγχρηματοδοτούμενες συμβάσεις δημοσίων έργων που έχουν προκηρυχθεί χωρίς πρόβλεψη χορήγησης προκαταβολής στη διακήρυξη ή με πρόβλεψη προκαταβολής μικρότερης του δέκα τοις εκατό (10%), δύναται να χορηγείται στον ανάδοχο προκαταβολή, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 51 του ν. 3669/2008, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του ολικού ποσού της σύμβασης (χωρίς αναθεωρήσεις και ΦΠΑ), έναντι ισόποσης εγγυητικής επιστολής.» β. Στο τέλος της παραγράφου 10 του άρθρου 25 του ν. 3614/2007 προστίθεται εδάφιο γ΄ ως ακολούθως: «γ. Τα ανωτέρω εδάφια α΄ και β΄ αφορούν και τα συγχρηματοδοτούμενα έργα που ανατίθενται από τους ΟΤΑ α΄ βαθμού και τα νομικά τους πρόσωπα και κατισχύουν κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης για τους φορείς αυτούς.» 3. Το άρθρο 141 του ν. 4070/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 141 Οι βεβαιώσεις εγγραφής των εγγεγραμμένων επιχειρήσεων στις τάξεις 3η έως και 7η του Μητρώου Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, οι οποίες έχουν ημερομηνία λήξης από 1.7.2012 έως 30.6.2013 ή έχουν πάρει παράταση, σύμφωνα με το άρθρο 141 του ν. 4070/2012 έως τις 31.12.2012, παρατείνονται μέχρι 30.6.2013, εφόσον οι επιχειρήσεις υποβάλλουν σχετικό αίτημα έως και εξήντα (60) ημέρες μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ή έχουν υποβάλει στην Υπηρεσία τήρησης του Μ.Ε.ΕΠ. αίτηση αναθεώρησης. Η υπηρεσία τήρησης του Μ.Ε.ΕΠ. θέτει σημείωση επί της βεβαίωσης εγγραφής της εταιρείας για τη χορηγηθείσα παράταση. Βεβαιώσεις εγγραφής χωρίς τη σχετική σημείωση λήγουν κατά τις ισχύουσες διατάξεις.» 4. Οι εισφορές που από την ισχύουσα νομοθεσία υπολογίζονταν σε ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) επί της συνομολογούμενης ή της νομίμου αμοιβής των μηχανικών δεν εισπράττονται εφεξής υπέρ του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (Τ.Ε.Ε.). Επίσης, ποσοστό δύο επί τοις χιλίοις (2‰) εκ των καταβαλλόμενων ποσών στους αναδόχους για την εκτέλεση δημοσίων έργων, όπως προβλέπεται από την ισχύουσα νομοθεσία παύει να αποτελεί πόρο του Τ.Ε.Ε.. Κάθε άλλη αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη παύει να ισχύει. Θ. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΘΕΜΑΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ Θ.1. ΘΕΜΑΤΑ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ 1. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 7 του π.δ. 432/1981 (Α΄ 118) προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Η Επιτροπή Ερευνών μετά από έγκριση της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου ή της Συνέλευσης του Τ.Ε.Ι. δύναται να αποδίδει στον προϋπολογισμό του αντίστοιχου Α.Ε.Ι. ποσοστό έως σαράντα τοις εκατό (40%) του αδιάθετου αποθεματικού για την κάλυψη των λειτουργικών του αναγκών.» 2.α. Η παράγραφος 2 του άρθρου μόνου του ν.δ. 3883/1958 (Α΄ 181) «Περί μειώσεως της προσθέτου φορολογίας του άρθρου 8 του Α.Ν. 788/1948 και επεκτάσεως ταύτης επί πάντων των εκ του εξωτερικού εισαγομένων εις την χώραν εμπορευμάτων», αντικαθίσταται ως εξής: «2. Τα εκ της κατά την παράγραφο 1 έσοδα φορολογίας αποδίδονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό.» β. Η ισχύς της παρ.  2 του άρθρου μόνου του ν.δ. 3883/1958, όπως αντικαταστάθηκε με την προηγούμενη υποπερίπτωση, αρχίζει από την 1η Ιουλίου 2012. Θ.2. ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ, ΜΕΤΑΘΕΣΕΙΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ 1.α. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3848/2010 ( Α΄ 71) με τίτλο «Αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού – καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση και λοιπές διατάξεις», τροποποιείται ως εξής: «1. Το Α.Σ.Ε.Π. προκηρύσσει και διενεργεί κάθε τρία (3) έτη διαγωνισμό για την κατάρτιση πίνακα κατάταξης εκπαιδευτικών κατά κλάδο και ειδικότητα με σκοπό το διορισμό ή την πρόσληψή τους στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ύστερα από αίτημα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, το οποίο διαμορφώνεται ανάλογα με τις εκπαιδευτικές ανάγκες.» β. Το στοιχείο δ΄ της παραγράφου 10 και η παρ. 14 του άρθρου 9 του ν. 3848/2010 καταργούνται. 2. Το στοιχείο α΄ της παρ. 1 του Κεφαλαίου β΄ του άρθρου 16 του ν. 1566/1985 αντικαθίσταται ως εξής: «(α) Για το συμφέρον της εθνικής οικονομίας και την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και με δαπάνη του Δημοσίου από Διεύθυνση σε Διεύθυνση Εκπαίδευσης, από σχολείο σε σχολείο σε όλη την επικράτεια ανεξαρτήτως βαθμίδας εκπαίδευσης και οργανικής θέσης με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού σε περιπτώσεις υπεραριθμίας. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ορίζονται η διαδικασία και τα κριτήρια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έτη προϋπηρεσίας, η οικογενειακή κατάσταση και άλλα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη διενέργεια των μεταθέσεων.» 3. Διατηρείται η εγγραφή σε επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών για τα σχολεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 682/1977 (Α΄ 244). Θ.3. ΑΔΕΙΑ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ, ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ, ΦΡΟΝΤΙΣΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΟΥ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ, ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ (Ι.Ι.Ε.Κ.), ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΕΝΑ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΔΥΟ. 1. Άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου και Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), χορηγείται σε φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα και ενώσεις προσώπων, με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2. α) Άδεια Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών χορηγείται σε φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. β) Το πρώτο εδάφιο του στοιχείου 1 της παραγράφου 6 του άρθρου 10 του ν. 3879/2010 (Α΄ 163), αντικαθίσταται ως εξής: «Φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) παρέχουν υπηρεσίες μη τυπικής εκπαίδευσης και κατάρτισης ως Κέντρα Δια Βίου Μάθησης.» γ) Τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης διακρίνονται σε Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, του επιπέδου εξαρτώμενου από την κτηριολογική υποδομή. 3. Οι ανωτέρω άδειες χορηγούνται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και η λειτουργία των μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης αρχίζει το επόμενο σχολικό έτος. 4. Σε φυσικό πρόσωπο χορηγείται άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις: (α) έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, (β) έχει μόνιμη εγκατάσταση σε κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (γ) δεν έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. και κληρικού, (δ) είναι ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερο, (ε) δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και δεν έχει καταθέσει αίτηση για κήρυξή του σε κατάσταση πτώχευσης, (στ) δεν έχει καταδικαστεί ή παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α΄ 26), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, (ζ) δεν έχει απολυθεί από θέση δημόσιου υπαλλήλου ή ιδιωτικού εκπαιδευτικού ή διδάσκοντος στα φροντιστήρια ή κέντρα ξένων γλωσσών, για λόγους πειθαρχικούς ή για ανεπάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του, (η) δεν του έχει επιβληθεί η διοικητική κύρωση της ανάκλησης της άδειας ίδρυσης ή της άδειας λειτουργίας για ίδιο ή άλλο ιδιωτικό φορέα εκπαίδευσης και κατάρτισης την τελευταία δεκαετία. 5. Σε νομικό πρόσωπο και Ν.Π.Δ.Δ. χορηγείται άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις: (α) η καταστατική έδρα του βρίσκεται σε χώρα κράτος − μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (β) ο σκοπός του, σύμφωνα με το καταστατικό του, αφορά και στην παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης, (γ) οι μέτοχοι ή εταίροι του δεν έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. και κληρικού, (δ) είναι ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερο, (ε) δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης και δεν έχει καταθέσει αίτηση για κήρυξή του σε κατάσταση πτώχευσης, (στ) δεν του έχει επιβληθεί η διοικητική κύρωση της ανάκλησης της άδειας ίδρυσης ή της άδειας λειτουργίας για ίδιο ή άλλο ιδιωτικό φορέα εκπαίδευσης και κατάρτισης την τελευταία δεκαετία, (ζ) ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις των στοιχείων γ΄, δ΄, ε΄, στ΄, ζ΄ και η΄ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. 6. Άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών χορηγείται σε ενώσεις προσώπων, εφόσον για τα φυσικά πρόσωπα συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 και για τα νομικά πρόσωπα οι προϋποθέσεις της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου. 7. Η ένωση προσώπων ορίζει υπεύθυνο κατά νόμο στο πρόσωπο του οποίου πρέπει να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των στοιχείων α΄, β΄, γ΄, δ΄, ε΄, στ΄, ζ΄ και η΄ της περίπτωσης 4 της παρούσας υποπαραγράφου. 8. Για την κτιριολογική υποδομή των ιδιωτικών σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, των ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο ανά κτιριολογική μονάδα (αυτοτελές κτήριο ή όροφος σε πολυώροφο κτήριο), απαιτείται: α) το κτίριο να έχει ισχύουσα πολεοδομική άδεια χρήσης εκπαιδευτηρίου, β) επαρκής και ομοιόμορφος τεχνητός φωτισμός και εξαερισμός στις περιπτώσεις υπόγειων χώρων που χρησιμοποιούνται για βοηθητικοί χώροι, καθώς και χώροι εργαστηρίων και βιβλιοθηκών, γ) ελάχιστο εμβαδόν αίθουσας διδασκαλίας δεκαπέντε (15) τετραγωνικά μέτρα και ενάμιση (1,5) τετραγωνικό μέτρο ανά εκπαιδευόμενο στις αίθουσες διδασκαλίας, δ) δύο (2) τετραγωνικά μέτρα ανά εκπαιδευόμενο στους αύλειους χώρους. Στον αύλειο χώρο συνυπολογίζονται τα υπόστεγα και οι ανοιχτοί διάδρομοι, αλλά όχι τα δώματα, ε) πυροπροστασία για χρήση εκπαιδευτηρίου σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, στ) δυνατότητα πρόσβασης σε Άτομα με Ειδικές Ανάγκες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, τουλάχιστον σε μία κτιριολογική μονάδα (κτήριο ή όροφο), ζ) στα Νηπιαγωγεία που έχουν δυναμικότητα έως εξήντα (60) νήπια δεν έχει εφαρμογή το στοιχείο α΄ και το στοιχείο δ΄ της παρούσης. Το κτίριο στο οποίο στεγάζονται πρέπει να διαθέτει ισχύουσα οικοδομική άδεια και την πυροπροστασία όπως αυτή ρυθμίζεται από τις σχετικές διατάξεις. Στην παρούσα ρύθμιση εντάσσονται και τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, τα Φροντιστήρια και τα Κέντρα Ξένων Γλωσσών τα οποία δεν υπάγονται στην περίπτωση 10 της παρούσας υποπαραγράφου. 9. Κατά παρέκκλιση του στοιχείου α΄ της προηγούμενης περίπτωσης 8, αυτοτελή κτίρια που διαθέτουν ισχύουσα οικοδομική άδεια για άλλη χρήση, δεν χρησιμοποιούνται ως αίθουσες διδασκαλίας ή εργαστήρια. 10. Για την κτιριολογική υποδομή του Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, των Φροντιστηρίων και των Κέντρων Ξένων Γλωσσών απαιτείται ανά κτιριολογική μονάδα (αυτοτελές κτήριο ή όροφος σε πολυώροφο κτήριο): α) ισχύουσα οικοδομική άδεια, β) πιστοποιητικό πυροπροστασίας σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, γ) ο συνολικός αριθμός εκπαιδευομένων ανά ώρα να μην υπερβαίνει την αναλογία ενός ατόμου ανά τρία (3) τετραγωνικά μέτρα στο συνολικό εμβαδόν του φορέα και τον αριθμό των εβδομήντα πέντε (75) εκπαιδευόμενων, δ) ενάμισι (1,5) τετραγωνικό μέτρο ανά εκπαιδευόμενο στις αίθουσες διδασκαλίας, ε) επαρκής και άμεσος φυσικός φωτισμός και αερισμός, στ) ένα (1) WC ανά τριάντα (30) εκπαιδευόμενους, ζ) ελάχιστο εμβαδό αίθουσας διδασκαλίας δώδεκα (12) τετραγωνικά μέτρα και η) βεβαίωση δύο μηχανικών περί της στατικής επάρκειας του κτηρίου ως προς το μέγιστο προβλεπόμενο πληθυσμό.» 11. Η άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών τροποποιείται μετά από αίτηση, σύμφωνα με τη διαδικασία που απαιτείται για τη χορήγηση αυτής. Αιτήσεις για τροποποίηση της άδειας υποβάλλονται άπαξ ετησίως έως την 30ή Απριλίου εκάστου έτους για το επόμενο διδακτικό έτος. 12. Οι ανωτέρω φορείς εκπαίδευσης υποχρεούνται, επί ποινή ανάκλησης αυτής της άδειας, να ενημερώνουν εγγράφως την αρχή που χορηγεί την άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, για κάθε μεταβολή των προϋποθέσεων χορήγησής της ή συνδρομής ασυμβίβαστων ιδιοτήτων. 13. Για τη χορήγηση της άδειας ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), ο Εθνικός Οργανισμός Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.) διατυπώνει γνώμη προς τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του ισχύοντος Οικοδομικού Κανονισμού. Εφόσον διαπιστωθούν κτιριολογικές διαφοροποιήσεις, ο Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π. τις γνωστοποιεί στον ιδιοκτήτη, ο οποίος εντός τριάντα (30) ημερών οφείλει να συμμορφωθεί. Για τη διατύπωση γνώμης κατατίθεται χρηματικό ποσό υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), το ύψος του οποίου καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών της παραγράφου 18 του παρόντος. 14. α. Οι άδειες των περιπτώσεων 1 και 2 επικαιροποιούνται ετησίως με τη διαδικασία της αναγγελίας του δεύτερου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32), με την προσκόμιση των κάτωθι: i) Δήλωση του ν. 1599/1986 (Α΄ 75) περί μη μεταβολής των προϋποθέσεων χορήγησης της άδειας των παραγράφων 4, 5 και 6 και των κτιριολογικών προδιαγραφών των παραγράφων 8, 9 και 10 του παρόντος. Εφόσον έχουν επέλθει μεταβολές στις προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας με την αναγγελία κατατίθεται όλη η σχετική τεκμηρίωση. ii) Φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, όπου αυτή απαιτείται για την έκδοση της άδειας. iii) Πιστοποιητικό περί μη πτώχευσης ή περί μη υποβολής αίτησης για κήρυξη σε κατάσταση πτώχευσης, όπου αυτή απαιτείται για την έκδοση της άδειας. β. Η αναγγελία υποβάλλεται έως την 31η Μαΐου εκάστου έτους. 15. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη χορήγηση, την τροποποίηση και την επικαιροποίηση άδειας ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών σε φυσικά, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων και Ν.Π.Δ.Δ. και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα. 16. Κατά την υποβολή της αίτησης για τη χορήγηση της άδειας Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών υποβάλλονται και τα προγράμματα σπουδών προς έγκριση. Η διαδικασία της εγκρίσεως των προγραμμάτων σπουδών καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού. 17. Αναπόσπαστο στοιχείο όλων των ανωτέρω αδειών αποτελεί και ο διακριτικός τίτλος. 18. Για τη χορήγηση άδειας σε φυσικά, νομικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων και Ν.Π.Δ.Δ. την τροποποίηση και την επικαιροποίηση αυτής απαιτείται παράβολο −ή χρηματικό ποσό για τους φορείς που αδειοδοτούνται από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.− το ποσό του οποίου καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Θ.4. ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ 1. Η άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, ανακαλείται με απόφαση της αρχής που εκδίδει την άδεια στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) αν έπαυσαν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής της ή συντρέξουν οι ασυμβίβαστες ιδιότητες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, (β) εάν συντρέξει παραβίαση των όρων της χορηγηθείσας άδειας ή παράβαση των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία των εκπαιδευτικών φορέων των περιπτώσεων 1 και 2 του παρόντος, ακόμα και αν πρόκειται για αβλεψία ή παράλειψη κατά τη διαδικασία του ελέγχου για τη χορήγηση της άδειας, (γ) με αίτηση του κατόχου της άδειας. Στην περίπτωση αυτή η άδεια ανακαλείται μετά το πέρας του διδακτικού έτους ή του εξαμήνου εκπαίδευσης ή κατάρτισης, ανάλογα με τη διάρθρωση του προγράμματος σπουδών του φορέα. 2. Χορηγηθείσα άδεια ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Διά Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, ανακαλείται αυτοδικαίως εφόσον ο εκπαιδευτικός φορέας δεν λειτουργήσει εντός δύο (2) ημερολογιακών ετών. 3. Στο φυσικό πρόσωπο, νομικό πρόσωπο, ένωση προσώπων ή Ν.Π.Δ.Δ. η άδεια των οποίων ανακαλείται ως διοικητική κύρωση, δεν χορηγείται εκ νέου άδεια για φορέα εκπαίδευσης των περιπτώσεων 1 και 2 της υποπαραγράφου Θ.1. της παρούσας παραγράφου ή άλλης μορφής για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών. Θ.5. ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΑΔΕΙΩΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ, ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΟΥ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ, ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ (Ι.Ι.Ε.Κ.), ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΕΝΑ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΕΠΙΠΕΔΟΥ ΔΥΟ 1. Επιτρέπεται η μεταβίβαση της άδειας ιδιωτικού σχολείου Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, Κολλεγίου, Φροντιστηρίου και Κέντρου Ξένων Γλωσσών, Ιδιωτικού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα και Κέντρου Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο εφόσον τόσο το φυσικό ή το νομικό πρόσωπο, η ένωση προσώπων ή το Ν.Π.Δ.Δ. που μεταβιβάζει την άδεια, όσο και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η ένωση προσώπων ή το Ν.Π.Δ.Δ. όπου μεταβιβάζεται η άδεια, −έχει τις κατά νόμο προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας. 2. Η μεταβίβαση εγκρίνεται από το αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας όργανο. Για την έγκριση της μεταβίβασης απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης, συνοδευόμενη από τη σύμβαση μεταβίβασης, και τον τελευταίο ισολογισμό του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος την άδεια, καθώς και κάθε άλλο απαραίτητο έγγραφο που αποδεικνύει την πλήρωση, των προϋποθέσεων της περίπτωσης 1 της παρούσας υποπαραγράφου. 3. Κατά τη διαδικασία μεταβίβασης διατυπώνεται γνώμη από τον Εθνικό Οργανισμό Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.), όπου απαιτείται, της περίπτωσης 13 της υποπαραγράφου Θ.5. της παρούσας παραγράφου. 4. Η ως άνω αίτηση για έγκριση μεταβίβασης, συνοδεύεται από παράβολο ή χρηματικό ποσό για τους φορείς που αδειοδοτούνται από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π., το ποσό του οποίου καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών. 5. Απαγορεύεται ρητά η εκμίσθωση των αδειών των περιπτώσεων 1 και 2 της υποπαραγράφου Θ.15 της παρούσας παραγράφου από τον ιδιοκτήτη ή τους κληρονόμους αυτού. 6. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται να συνυποβάλονται για τη μεταβίβαση και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα. Θ.6. ΣΥΣΤΕΓΑΣΗ ΜΟΝΑΔΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ 1. Η συστέγαση, καθώς και η από κοινού προβολή, αναγγελία, γνωστοποίηση, διαφήμιση ή επιγραφή των μονάδων εκπαίδευσης και κατάρτισης που αδειοδοτούνται σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν επιτρέπεται εάν προκαλείται σύγχυση ή κίνδυνος σύγχυσης ή παραπλάνηση των καταναλωτών σχετικά με τον πάροχο των επί μέρους εκπαιδευτικών υπηρεσιών και το είδος, το επίπεδο και τον απονεμόμενο τίτλο των παρεχόμενων σπουδών. 2. Οι κτηριακές εγκαταστάσεις και το σύνολο των λοιπών υποδομών των ιδιωτικών σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, των Κολλεγίων, των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα, των Κέντρων Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο και των Ιδιωτικών Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ι.Ε.Κ.), δύναται να χρησιμοποιούνται σε χρόνους εκτός διδακτικού ωραρίου για την παροχή άλλων υπηρεσιών εκπαίδευσης και κατάρτισης. Θ.7. ΚΟΛΛΕΓΙΑ 1. Η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008 (Α΄177), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010 (Α΄71), αντικαθίσταται ως εξής: «1. Τα κολλέγια είναι πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης που παρέχουν κατ’ αποκλειστικότητα σπουδές βάσει συμφωνιών πιστοποίησης (validation), δικαιόχρησης (franchising) με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής, αναγνωρισμένα από τις αρμόδιες αρχές στη χώρα που εδρεύουν, οι οποίες οδηγούν σε πρώτο πτυχίο(bachelor) τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, ή μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Επίσης, περιλαμβάνονται στη συγκεκριμένη κατηγορία (κολλέγια) πάροχοι υπηρεσιών μη τυπικής μεταλυκειακής εκπαίδευσης και κατάρτισης, τα προγράμματα σπουδών των οποίων οδηγούν σε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, εφόσον αυτά τα συγκεκριμένα προγράμματα σπουδών έχουν πιστοποίηση (accreditation) από διεθνείς οργανισμούς πιστοποίησης. Τα ανωτέρω πτυχία και τίτλοι, καθώς και οι βεβαιώσεις, τα πιστοποιητικά σπουδών και οποιασδήποτε άλλης ονομασίας βεβαίωση που χορηγούν τα κολλέγια δεν είναι ισότιμες με τους τίτλους που χορηγούνται στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος τυπικής εκπαίδευσης.» 2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, αντικαθίσταται ως εξής: «3. Συνιστάται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού Τμήμα Κολλεγίων, το οποίο υπάγεται στη Διεύθυνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και έχει τις αρμοδιότητες που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 του παρόντος. Του Τμήματος αυτού προΐσταται υπάλληλος κλάδου ΠΕ1 Διοικητικού της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού.» 3. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αποκλειστικά και μόνο Κολλέγια που έχουν ισχύουσα άδεια μπορούν να παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και κατάρτισης της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος.» 4. Στο άρθρο 10 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 3848/2010, προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στην παροχή προγραμμάτων σπουδών από τα Κολλέγια.» 5. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 16 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Ο ιδιοκτήτης ή ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου ή ο κατά νόμο υπεύθυνος της ένωσης προσώπων και ο Διευθυντής του Κολλεγίου είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν στο Τμήμα Κολλεγίων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού κάθε στοιχείο ή πληροφορία που ζητείται στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων του.» 6. Η παράγραφος 1 του άρθρου 22 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Οι διοικητικές κυρώσεις για παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου επιβάλλονται με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού στον ιδιοκτήτη ή στο νόμιμο εκπρόσωπο ή στον υπεύθυνο κατά νόμο του Κολλεγίου.» 7. Το στοιχείο (iv) της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν.3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «(iv) για την παράβαση των υποχρεώσεων σχετικά με τις κτιριολογικές υποδομές, τους όρους λειτουργίας και τις συνθήκες υγιεινής περιλαμβανομένης της απαγόρευσης της συστέγασης και της συλλειτουργίας πρόστιμο από 30.000 έως 50.000 ευρώ». 8. Το στοιχείο (iv) της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «(iv) για την παράβαση των υποχρεώσεων σχετικά με τις κτιριολογικές υποδομές, τους όρους λειτουργίας και τις συνθήκες υγιεινής πρόστιμο περιλαμβανομένης της απαγόρευσης της συστέγασης και της συλλειτουργίας από 20.000 έως 30.000 ευρώ ανά περίπτωση». 9. Όπου στις διατάξεις του ν. 3696/2008, αναφέρεται «ίδρυμα της αλλοδαπής», νοείται «ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της αλλοδαπής» και όπου αναφέρεται «άδεια ίδρυσης Κέντρου Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης» και «Άδεια Λειτουργίας Κέντρου Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης» νοείται «Άδεια Κολλεγίου». Θ.8. ΔΙΔΙΑΣΚΟΝΤΕΣ ΣΕ ΚΟΛΛΕΓΙΑ Το άρθρο 15 του ν. 3696/2008 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 15 1. Το διδακτικό προσωπικό των Κολλεγίων εγγράφεται με αίτησή του σε Μητρώο Διδασκόντων, το οποίο τηρείται στο Τμήμα Κολλεγίων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, που εκδίδει και τη σχετική βεβαίωση εγγραφής. Το διδακτικό προσωπικό των Κολλεγίων επιλέγεται από τους ιδιοκτήτες τους ή τον νόμιμο εκπρόσωπό τους υποχρεωτικώς μεταξύ αυτών που είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Διδασκόντων. 2. Στην αίτησή τους για εγγραφή οι υποψήφιοι διδάσκοντες υποβάλλουν τα εξής δικαιολογητικά: (α) Αντίγραφο πτυχίου ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος ή μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου σπουδών της ημεδαπής ή ισοτίμου της αλλοδαπής. (β) Παράβολο, το ποσό του οποίου καθορίζεται με Απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών. (γ) Βεβαίωση του συμπράττοντος ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος του στοιχείου β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 10 εφόσον δεν κατατίθεται πράξη ισοτιμίας του στοιχείου α΄ του παρόντος. (δ) Δήλωση του ν. 1599/1986 περί μη καταδίκης για οποιοδήποτε αδίκημα που αποτελεί κώλυμα διορισμού σε δημόσια θέση. 3. Οι διδάσκοντες κατά τη διαδικασία πρόσληψής τους στα Κολλέγια υποβάλλουν τα εξής: (α) Πιστοποιητικό Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, που τηρείται στο Κολλέγιο που προσλαμβάνονται και (β) Ποινικό Μητρώο Δικαστικής Χρήσης. 4. Το τρίτο εδάφιο του στοιχείου δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 3696/2008, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του ν. 4076/2012, διατηρείται σε ισχύ. Θ.9. ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ ΣΤΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ Το τρίτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 της Υ.Α. 19780/16.2.2011 (Β΄ 472) «Προϋποθέσεις και διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας σε Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών», αντικαθίσταται ως εξής: «Η συνάφεια του τίτλου σπουδών προς το γνωστικό αντικείμενο διδασκαλίας του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να αντικαθίσταται από τετραετή αποδεδειγμένη συναφή επαγγελματική εμπειρία ή με πιστοποιητικό εκπαιδευτή συναφούς ειδικότητας χορηγούμενο από Φορέα Πιστοποίησης αναγνωρισμένο από το Ελληνικό Κράτος ή από Φορέα Πιστοποίησης αναγνωρισμένο από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους − μέλους.» Θ.10. ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΙΕΚ Το στοιχείο β΄ της παρ. 2 του άρθρου 10 της Υ.Α. Ζ/3378/1993 (Β΄ 722) «Τροποποίηση της Απόφασης Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Ζ/3378/1993 «Προϋποθέσεις, όροι και διαδικασία χορήγησης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας Ινστιτούτων Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) από Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου ή Ιδιώτες», όπως τροποποιήθηκε, συμπληρώθηκε και ισχύει, καταργείται. Θ.11. ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΕΝΤΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ Η υπ’ αριθμ. 9.16031/Οικ. 3.2815/10.9.2009 (Β΄ 1999) «Σύστημα Πιστοποίησης Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ)» κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, ισχύει έως την 30ή Αυγούστου 2013. Θ.12. ΑΔΕΙΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΕ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ, ΚΕΝΤΡΑ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ ΚΑΙ ΑΔΕΙΑ ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ 1. Η άδεια διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρων Ξένων Γλωσσών, και η άδεια κατ’ οίκον διδασκαλίας όπως ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 70 και στην παρ. 2 του άρθρου 75 του α.ν. 2545/1940 (Α΄ 287) αντίστοιχα αντικαθίστανται με αναγγελία έναρξης ασκήσεως του επαγγέλματος που προβλέπεται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 3919/2011. Η αναγγελία έναρξης ασκήσεως του επαγγέλματος συνοδεύεται από όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά που απαιτούνται για τη χορήγηση της άδειας. 2. Όπου στις κείμενες διατάξεις προβλέπεται άδεια διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών και άδεια κατ’ οίκον διδασκαλίας, εφεξής νοείται η ως άνω αναγγελία. 3. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, καθορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτείται να υποβάλλονται με την αναγγελία έναρξης ασκήσεως της διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών και της κατ’ οίκον διδασκαλίας και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα. 4. Η αναγγελία ενάρξεως ασκήσεως του επαγγέλματος συνοδεύεται από παράβολο, το ποσό του οποίου καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών. Θ.13. ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΕ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΑ ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ α. Η ανανέωση της άδειας διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών της παρ. 6 του άρθρου 70 του α.ν. 2545/1940 καταργείται. Η επικαιροποίηση του φακέλου του εκπαιδευτικού σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και των απαιτούμενων εκ του νόμου δικαιολογητικών με βάση τα οποία ο εκπαιδευτικός έκανε την αναγγελία του προηγούμενου άρθρου, περιλαμβάνει ετήσια αυτεπάγγελτη αναζήτηση ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης εκ μέρους της αρμόδιας υπηρεσίας. β. Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και δικαιολογητικών που έχουν κατατεθεί σύμφωνα με την προηγούμενη υποπαράγραφο, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια υπηρεσία, επί ποινή απαγόρευσης της άσκησης του επαγγέλματος της διδασκαλίας σε Φροντιστήρια και Κέντρα Ξένων Γλωσσών. Θ.14. ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ 1. α. Η ανανέωση της άδειας κατ’ οίκον διδασκαλίας της παρ. 5 του άρθρου 75 του α.ν. 2545/1940 καταργείται. Η επικαιροποίηση του φακέλου του εκπαιδευτικού σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και των απαιτούμενων εκ του νόμου δικαιολογητικών με βάση τα οποία ο εκπαιδευτικός έκανε την αναγγελία του άρθρου 24, περιλαμβάνει ετήσια αυτεπάγγελτη αναζήτηση ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης εκ μέρους της αρμόδιας υπηρεσίας. β. Σε περίπτωση μεταβολής των στοιχείων και δικαιολογητικών που έχουν κατατεθεί σύμφωνα με την υποπαράγραφο Θ.12., ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ενημερώνει αμελλητί την αρμόδια υπηρεσία, επί ποινή απαγόρευσης της άσκησης του επαγγέλματος της κατ’ οίκον διδασκαλίας Θ.15. ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ 1. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 3879/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Τα Ι.Ε.Κ. έχουν σκοπό την παροχή υπηρεσιών αρχικής ή και συμπληρωματικής επαγγελματικής κατάρτισης.» 2. Τα δημόσια Ι.Ε.Κ. που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Δια Βίου Μάθησης, ως σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων, προσωπικού και υλικοτεχνικής υποδομής μεταφέρονται στις Περιφέρειες στις οποίες έχουν την έδρα τους από τις 30.6.2013 και αποτελούν εφεξής υπηρεσίες τους. Η αρμοδιότητα της οργάνωσης και λειτουργίας των Ι.Ε.Κ. αυτών ανήκει στις Περιφέρειες και η αρμοδιότητα διαμόρφωσης και εποπτείας του εκπαιδευτικού πλαισίου τους ανήκει στη Γενική Γραμματεία Δια Βίου Μάθησης. Στις Περιφέρειες μεταφέρονται και οι προβλεπόμενοι πόροι του κρατικού προϋπολογισμού για τη λειτουργία τους. 3. Η παράγραφος 5 του άρθρου 12 του ν. 3879/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «5. Με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί να ιδρύονται, μετατρέπονται, συγχωνεύονται και καταργούνται δημόσια Ι.Ε.Κ. από Υπουργεία ή από Περιφέρειες ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Η αρμοδιότητα της οργάνωσης και λειτουργίας των Ι.Ε.Κ. αυτών ανήκει στο Υπουργείο ή την Περιφέρεια ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που τα συστήνει και η αρμοδιότητα διαμόρφωσης και εποπτείας του εκπαιδευτικού πλαισίου τους ανήκει στη Γενική Γραμματεία Δια Βίου Μάθησης.» 4. Με απόφαση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Οικονομικών καθορίζεται το σύστημα πιστοποίησης της αρχικής επαγγελματικής κατάρτισης των Ι.Ε.Κ. το οποίο εφαρμόζεται από τον Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π.. 5. Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών νοούνται Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Ένα. Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρονται Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ) νοούνται Κέντρα Δια Βίου Μάθησης Επιπέδου Δύο.» Θ.16. ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Π.Δ. 38/2010 Το προεδρικό διάταγμα 38/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων» (Α΄ 78) τροποποιείται ως εξής: 1. Το άρθρο 1 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 1 Με το παρόν διάταγμα: 1. Εναρμονίζεται η εθνική νομοθεσία προς: α) την Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 «σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων», (Ε.Ε.αριθ.L 255/30.9.2005 σελ. 22) και θεσπίζονται οι κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους αναγνωρίζονται, για την ανάληψη και την άσκηση νομοθετικά ρυθμιζόμενου επαγγέλματος, τα επαγγελματικά προσόντα που έχουν αποκτηθεί σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη − μέλη (στο εξής αναφερόμενα ως «κράτη − μέλη καταγωγής») και δίνουν στον κάτοχό τους το δικαίωμα, να ασκεί αυτό το επάγγελμα. β) Την Οδηγία 2006/100/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ης Νοεμβρίου 2006 «για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας», (Ε.Ε. αριθ. L 363/20.12.2006 σελ.141), κατά το μέρος που αυτή τροποποιεί την Οδηγία 2005/36/ΕΚ. 2. Ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία της αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, άλλων κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.» 2. Το άρθρο 2 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 2 1. Οι διατάξεις περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων βάσει της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ του παρόντος εφαρμόζονται σε κάθε υπήκοο κράτους − μέλους ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στην Ελλάδα έχοντας αποκτήσει τα επαγγελματικά του προσόντα σε άλλο κράτος − μέλος είτε ως αυτοαπασχολούμενος είτε ως μισθωτός, συμπεριλαμβανομένων των ασκούντων ελευθέρια επαγγέλματα. 2. Όταν για ένα συγκεκριμένο νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα έχουν θεσπισθεί, με χωριστή κοινοτική νομοθετική πράξη, άλλες ειδικές ρυθμίσεις που σχετίζονται άμεσα με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, δεν εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος διατάγματος. 3. Οι διατάξεις περί αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται σε κάθε υπήκοο κράτους − μέλους ο οποίος, έχοντας αποκτήσει τίτλο τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης άλλου κράτους μέλους, δεν πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. 4. Εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων περί αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου τα επαγγέλματα του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ για τα οποία, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Τίτλου ΙΙΙ (αναγνώριση βάσει του συντονισμού των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης), εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του Κεφαλαίου Ι του Τίτλου ΙΙΙ περί Γενικού συστήματος αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης.» 3. Στο άρθρο 3 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.» 4. Στο άρθρο 3 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 του άρθρου 2 νοείται ως «τίτλος τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης» ο αναγνωρισμένος τίτλος τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, που απονέμεται από ίδρυμα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» 5. Στο άρθρο 4 προστίθενται παράγραφοι 3 και 4 ως εξής: «3. Η αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλου τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης κράτους − μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αυτόν που απονέμεται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του παρόντος, παρέχει στο δικαιούχο τη δυνατότητα να αποκτήσει στην Ελλάδα πρόσβαση σε συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ως μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος με τις ίδιες προϋποθέσεις με τους κατόχους συγκρίσιμων τίτλων του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, εκτός των περιπτώσεων που απαιτούνται αυξημένα ακαδημαϊκά προσόντα και ιδίως για θέσεις καθηγητών Α.Ε.Ι., ερευνητών και ειδικού επιστημονικού προσωπικού. 4. Για τους σκοπούς της ανωτέρω παραγράφου, η οικονομική δραστηριότητα στην οποία επιθυμεί να έχει πρόσβαση ο αιτών στην Ελλάδα είναι η ίδια με εκείνη για την οποία διαθέτει τις γνώσεις και δεξιότητες στο κράτος μέλος καταγωγής, εφόσον οι καλυπτόμενες δραστηριότητες είναι αντίστοιχες.» 6. Στο π.δ. 38/2010 προστίθεται άρθρο 9Α ως εξής: «Άρθρο 9Α Οι διατάξεις του παρόντος Τίτλου (άρθρα 5 έως 9) δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος.» 7.α. Στην αρχή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 10 προστίθεται αρίθμηση παραγράφου ως εξής: «1.». β. Προστίθεται παράγραφος 2 στο άρθρο 10 ως εξής: «2. Η παράγραφος 1 δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.» 8. Στο άρθρο 12 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής: «3. Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.» 9. Στο άρθρο 13 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής: «4. Οι παράγραφοι 1 έως 3 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.» 10. Στο άρθρο 14 προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής: «8. Οι παράγραφοι 1 έως 7 δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.» 11. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 20 οι λέξεις «ο Νομάρχης της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης» αντικαθίστανται ως εξής:«ο Περιφερειάρχης της Περιφέρειας». 12. Προστίθεται άρθρο 20Α ως εξής: «Άρθρο 20Α Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου (άρθρα 16 έως 20) δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος.» 13. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 30 οι λέξεις «Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση» αντικαθίστανται ως εξής: «Η Περιφέρεια». 14. Στο άρθρο 50 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Οι παράγραφοι 1, 3 και 4 έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 και σε περίπτωση δικαιολογημένων αμφιβολιών οι αρμόδιες ελληνικές αρχές απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους − μέλους επιβεβαίωση του γνησίου των βεβαιώσεων και πιστοποιητικών και των τίτλων εκπαίδευσης που χορηγούνται σε αυτό το κράτος − μέλος.» 15. Στο άρθρο 52 προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής: «Το παρόν άρθρο έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.» 16. Στο άρθρο 53 προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής: «Το παρόν άρθρο έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις που υπάγονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 2.» 17. Η παράγραφος 1 του άρθρου 54 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Αρμόδια αρχή για να δέχεται τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων και να εκδίδει: α) τις αποφάσεις αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, είτε επί τη βάσει του γενικού συστήματος αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης (Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαιο Ι), είτε επί τη βάσει της αναγνώρισης της επαγγελματικής πείρας (Τίτλος ΙΙΙ, Κεφάλαιο ΙΙ) και β) τις αποφάσεις αναγνώρισης της επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης της παραγράφου 3 του άρθρου 2 είναι το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων (Σ.Α.Ε.Π.).» 18. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 54 οι λέξεις «Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης» αντικαθίστανται ως εξής: «Περιφέρειας».

Αθήνα, 9 Νοεμβρίου 2012
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ,
ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΥΠΟΔΟΜΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ
ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΥΚΟΥΡΕΤΖΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΣΑΥΤΑΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΡΟΥΠΑΚΙΩΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ
ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ κ.α.α. ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΣ−ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΝΔΙΑΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΑΚΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΑΡΑΟΓΛΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ
Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.
Αθήνα, 9 Νοεμβρίου 2012
Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΡΟΥΠΑΚΙΩΤΗΣ